Τι σημαίνει το damn στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης damn στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του damn στο Αγγλικά.

Η λέξη damn στο Αγγλικά σημαίνει αναθεματισμένος, καταραμένος, φτου, Παράτα...!, φοβερά, απίστευτα, καταριέμαι, βρισιά, καταραμένος, αναθεματισμένος, καταραμένος, διαβολεμένα, διαολεμένα, κολασμένα, απόλυτος, οι κολασμένοι, οι καταραμένοι, ωχαδερφισμός, ζαμανφουτισμός, τίποτα, να πάρει, να πάρει η οργή, να πάρει η ευχή, να πάρει!, παρά λίγο να κάνω κτ, να σε πάρει και να σε σηκώσει!, καθόλου, νοιάζομαι, ξέρω πολύ καλά. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης damn

αναθεματισμένος, καταραμένος

adjective (slang, potentially offensive (hated)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
That damn rabbit ate my lettuce again.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Γιατί κάθεσαι ακόμα σ' αυτή τη σκατοδουλειά;

φτου

interjection (slang, potentially offensive (surprise realisation) (καθομιλουμένη)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
Damn! I forgot my wallet.
Γαμώτο! Ξέχασα το πορτοφόλι μου.

Παράτα...!

interjection (anger, contempt) (κάποιον)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
Damn him! He's such a jerk!
Γαμησέ τον! Είναι πολύ μαλάκας!

φοβερά, απίστευτα

adverb (slang, potentially offensive (intensifier)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Mary bakes a damn good pie.
Η Μαίρη φτιάχνει μια γαμάτη πίτα.

καταριέμαι

transitive verb (often passive (condemn) (εγώ κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They were damned by the gods.
Τους είχαν καταραστεί οι θεοί.

βρισιά

noun (curse)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He let slip a damn when he trapped his finger.

καταραμένος

adjective (religion: condemned to Hell)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
In some Christian theology, damned souls spend eternity in hell, while the righteous ascend to heaven.

αναθεματισμένος, καταραμένος

adjective (potentially offensive, slang (awful, annoying) (καθομιλουμένη)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
That damned cat has trampled my flower beds again!

διαβολεμένα, διαολεμένα, κολασμένα

adverb (potentially offensive, slang (intensifier) (ανεπ, εμφατικός τύπος)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
He's too damned lazy to do his share of the housework.

απόλυτος

adjective (potentially offensive, slang (complete) (καθομιλουμένη)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Having to replace a passport is a damned nuisance.

οι κολασμένοι, οι καταραμένοι

plural noun (condemned people)

Hieronymus Bosch painted marvelously detailed depictions of the damned suffering torments in hell.

ωχαδερφισμός, ζαμανφουτισμός

noun (slang, potentially offensive (apathy, lack of concern)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
There's no way I'd hire him with his couldn't-give-a-damn attitude.
Δεν υπάρχει περίπτωση να τον προσλάβω με τέτοιο ζαμανφουτισμό που επιδεικνύει.

τίποτα

noun (potentially offensive, slang (nothing)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

να πάρει, να πάρει η οργή, να πάρει η ευχή

interjection (slang, potentially offensive (expressing annoyance) (καθομιλουμένη)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
Damn it! I hit my knee on the desk again!
Να πάρει! Χτύπησα ξανά το γόνατό μου στο θρανίο!

να πάρει!

interjection (slang, potentially offensive (anger) (καθομιλουμένη)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
"Damn it to hell!" I yelled, as the ball slipped through my fingers once again.

παρά λίγο να κάνω κτ

expression (slang (almost)

Be careful with that cane! You damn near took my eye out!
Πρόσεχε με το ραβδί! Σχεδόν μου έβγαλες το μάτι!

να σε πάρει και να σε σηκώσει!

interjection (offensive (anger, contempt) (καθομιλουμένη, μειωτικό)

καθόλου

adjective (potentially offensive, slang (no, not any)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
My partner is really lazy; he gives me damn-all help around the house.

νοιάζομαι

verbal expression (slang (care)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I don't give a damn that my ex has a new girlfriend!

ξέρω πολύ καλά

verbal expression (slang, potentially offensive (be aware)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Don't play coy with me, you know damn well what I'm talking about!

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του damn στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του damn

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.