Τι σημαίνει το enough στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης enough στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του enough στο Αγγλικά.

Η λέξη enough στο Αγγλικά σημαίνει αρκετός, αρκετά, αρκετά, αρκετά, αρκετά, έγκαιρος, εγκαίρως, εώς εδώ και μη παρέκει, αρκετά, αρκεί, φτάνει, δεν χρειάζεται να πεις τίποτα άλλο, εντάξει, πάσο, αρκετά μακριά, αρκετά, περιέργως, αρκετά καλός, έχω αρκετό, έχω αρκετό, μπουχτίζω, μπαφιάζω, είχα επάρκεια, είχα αρκετά, βαρέθηκα, βαρέθηκα, βαρέθηκα να κάνω κτ, που ίσα που φτάνει, ακριβώς όσο χρειάζεται, ακριβώς όσο χρειάζομαι, μάλλον, πιθανόν, υπεραρκετός, υπεραρκετός, αρκετά κοντά σε σχέση με, αρκετά κοντά έτσι ώστε, ανεπαρκής, όχι αρκετά καλός, παραδόξως, περιέργως, αρκετά συχνά, αρκετά συχνά, αρκετά μεγάλος, σύντομα, ως συνήθως, αρκετά σίγουρος, αρκετά καλά, αρκετά καλά. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης enough

αρκετός

adjective (sufficient) (ποσότητα)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Do we have enough money for this meal?
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο μισθός μου δεν είναι επαρκής για να πάω διακοπές.

αρκετά

pronoun (sufficiency)

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)
I pray that we always have enough to live on.
Προσεύχομαι να έχουμε πάντα αρκετά για να ζούμε.

αρκετά

adverb (sufficiently)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
He worked enough to support his family.

αρκετά

adverb (tolerably)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
It's interesting enough, but I still don't want to buy it.
Είναι αρκετά ενδιαφέρον, αλλά και πάλι δε θέλω να το αγοράσω.

αρκετά

interjection (that is sufficient) (αγανάκτηση)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Enough! I don't want to hear any more!
Φτάνει (or: Αρκεί)! Δε θέλω να ακούσω άλλο.

έγκαιρος

adjective (arriving in good time)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

εγκαίρως

adverb (in good time)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

εώς εδώ και μη παρέκει

interjection (expressing exasperation)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Enough is enough! If I hear you scream at your baby brother one more time, you will regret it!

αρκετά, αρκεί, φτάνει

interjection (informal (understood)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
"If I were you, I'd avoid mentioning her ex-husband." "Enough said!"

δεν χρειάζεται να πεις τίποτα άλλο

interjection (informal (say no more)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
"Jake and Anthea disappeared upstairs together." "Enough said!"

εντάξει, πάσο

interjection (informal (that is reasonable)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
If that's really what you want, fair enough.
Εάν πραγματικά αυτό θέλεις, εντάξει (or: πάσο).

αρκετά μακριά

adverb (a sufficient distance)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

αρκετά

adverb (figurative (to a sufficiently extreme degree)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

περιέργως

expression (informal (by a strange coincidence)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

αρκετά καλός

adjective (satisfactory)

It isn't the best computer available, but it's good enough for my needs.
Δεν είναι ο καλύτερος υπολογιστής που υπάρχει, αλλά κάνει για τις ανάγκες μου.

έχω αρκετό

(have required quantity)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

έχω αρκετό

(have sufficient of [sth])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

μπουχτίζω, μπαφιάζω

verbal expression (informal (be weary, exasperated) (καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I can't do this job anymore. I've had enough.
Δεν μπορώ να κάνω άλλο αυτή τη δουλειά, μπούχτισα!

είχα επάρκεια, είχα αρκετά

verbal expression (to have had a sufficiency)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
No, I couldn't eat another thing, thank you, I've had enough to eat.

βαρέθηκα

verbal expression (informal (be fed up) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I have had enough of you!
Δε σε αντέχω άλλο!

βαρέθηκα

verbal expression (informal (be fed up) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I have had enough of that man's foul language.

βαρέθηκα να κάνω κτ

verbal expression (informal (be fed up) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Miriam had had enough of cleaning up after her thoughtless flatmates.

που ίσα που φτάνει

adverb (barely sufficiently)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We have just enough supplies for ourselves. We can't afford to take on anyone else.
Οι προμήθειές μας είναι ίσα ίσα για μας. Δεν μπορούμε να πάρουμε κανέναν άλλον.

ακριβώς όσο χρειάζεται, ακριβώς όσο χρειάζομαι

noun (precisely sufficient amount)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
There is just enough sugar for my coffee tomorrow.

μάλλον, πιθανόν

adverb (informal (probably)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
My little sister will want to come with us, like enough.

υπεραρκετός

noun (plenty)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
It's unfair that some people are poor and starving while others have more than enough.
Είναι άδικο που κάποιοι άνθρωποι είναι φτωχοί και πεινάνε, ενώ άλλοι έχουν παραπάνω από όσα χρειάζονται.

υπεραρκετός

expression (plenty of [sth])

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Please join us for dinner; there's more than enough food.

αρκετά κοντά σε σχέση με

adjective (sufficiently close in relation to)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

αρκετά κοντά έτσι ώστε

adjective (sufficiently close so as to)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I was near enough to touch him!

ανεπαρκής

adjective (insufficient, too few or little)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The doctors tried everything they knew, but it was not enough to save him.

όχι αρκετά καλός

adjective (unsatisfactory)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

παραδόξως, περιέργως

adverb (actually, surprisingly)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

αρκετά συχνά

adverb (informal (quite frequently)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
I see albino squirrels often enough. They're not all that rare.

αρκετά συχνά

adverb (sufficiently frequently)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
My daughter visits often enough, she just doesn't stay long.

αρκετά μεγάλος

adjective (of sufficient age)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
You're only 15, you're not old enough to have your own credit card!

σύντομα

adverb (before long)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
You'll be back in town soon enough.

ως συνήθως

adverb (informal (as expected or predicted)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Sure enough, the stray cat appears when it's time for supper.

αρκετά σίγουρος

adjective (informal (certain, not doubtful)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
The police were sure enough that whoever had killed Brown had also murdered Wilkins.

αρκετά καλά

adverb (sufficiently)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
The team played well enough to have deserved at least a draw.

αρκετά καλά

adverb (in a sufficiently good way)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
I speak French well enough, but I couldn't pass for a native speaker.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του enough στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του enough

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.