Τι σημαίνει το envoyer στο Γαλλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης envoyer στο Γαλλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του envoyer στο Γαλλικά.

Η λέξη envoyer στο Γαλλικά σημαίνει εκπέμπω, στέλνω, στέλνω, στέλνω, στέλνω, στέλνω, στέλνω, στέλνω ταχυδρομικώς, μεταφέρω, μεταδίδω, στέλνω, βγάζω, στέλνω, διαθέτω, παρέχω, παρέχω, σουτάρω, στέλνω, ταχυδρομώ, αποστέλλω, στέλνω, επισπεύδω, στέλνω, ταχυδρομώ, μεταφέρω, αποστέλλω, αποστέλλω, στέλνω, προωθώ, λέω, στέλνω, στέλνω, τη λέω σε κπ, στέλνω με fax, στέλνω με φαξ, στέλνω τέλεξ σε κπ, στέλνω ανεπιθύμητα ηλεκτρονικά μηνύματα, παίρνω, στέλνω ανεπιθύμητα ηλεκτρονικά μηνύματα σε κπ, ρίχνω κάτω, γκομενάκι, παραπεμπτικό, στέλνω, επικοινωνώ, στέλνω σημείωμα, έμβασμα, ρίχνω κπ στη στενή, αγνοώ, στέλνω ένα φιλί, πηδιέμαι, γαμιέμαι, στέλνω σε λάθος διεύθυνση, στέλνω φιλάκια, χώνω κπ μέσα, βάζω κπ μέσα, πάω κπ μέσα, χώνω μέσα, στέλνω, ταχυδρομώ, στέλνω κπ/κτ να μείνει με κπ άλλον, στέλνω ένα φιλί σε κπ, στέλνω μήνυμα με ερωτικό περιεχόμενο, στέλνω στο νοσοκομείο, στέλνω κτ σε κπ, κατεβάζω, κοπανάω, χτυπάω, στέλνω κπ για κτ, στέλνω κπ να φέρει κτ, στέλνω φιλάκια σε κπ, στέλνω ένα φιλί σε κπ, στέλνω εγκύκλιο, στέλνω με κούριερ, στέλνω κτ σε παγίδα άμμου, στέλνω κτ σε bunker, στέλνω σε κπ μήνυμα με ερωτικό περιεχόμενο, ξαπλώνω κπ κάτω, στέλνω κπ/κτ σε κτ, στέλνω κτ σε κτ, αποστέλλω, στέλνω, στέλνω κτ σε κπ με fax, στέλνω κτ σε κπ με φαξ, πηδιέμαι, γαμιέμαι, στέλνω με email, πηδάω, γαμάω, κάνω σήμα σε κπ, κάνω νόημα σε κπ, κάνω σινιάλο σε κπ, τηλεγραφώ, στέλνω κτ με κούριερ σε κπ, ρίχνω κπ κάτω, πηδιέμαι, στέλνω με email, στέλνω κτ σε λάθος διεύθυνση, στέλνω με email, στέλνω με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, στέλνω προσωπικό μήνυμα σε κπ, πήδημα, γαμήσι, στέλνω με email, κάνω αίτηση σε κτ, στέλνω αίτηση σε κτ, στέλνω, στέλνω mail, στέλνω email, αποστολή SMS, στέλνω fax, στέλνω φαξ, στέλνω μήνυμα, στέλνω βιογραφικό σε κτ, διευθυνσιοδοτώ, στέλνω μήνυμα, στέλνω μήνυμα, στέλνω μήνυμα, βάζω φυλακή, εξορίζω, στέλνω, δεν επιτρέπω την απογείωση, στέλνω κτ σε κτ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης envoyer

εκπέμπω, στέλνω

verbe transitif (Télécommunications)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La station de radio envoie un signal.
Ο ραδιοφωνικός σταθμός εκπέμπει σήμα.

στέλνω

verbe transitif (internet)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Cliquez pour envoyer votre e-mail.

στέλνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La femme de John l'a envoyé à l'épicerie chercher du lait.

στέλνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Merci d'envoyer le colis par avion.

στέλνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Seigneur, envoyez-nous un signe !

στέλνω

verbe transitif (κάποιον κάπου ή σε κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ο στρατηγός έστειλε και άλλους στρατιώτες στη μάχη.

στέλνω ταχυδρομικώς

verbe transitif

Les équipes de campagne politique ont envoyé des lettres de remerciement aux donateurs.
Οι ομάδες των πολιτικών εκστρατειών στέλνουν ταχυδρομικώς ευχαριστήριες επιστολές στους χρηματοδότες τους.

μεταφέρω, μεταδίδω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Donnez-moi votre adresse e-mail et je vous enverrai le rapport.

στέλνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

βγάζω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

στέλνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tom a envoyé un e-mail au chef des ventes.

διαθέτω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le gouvernement enverra 10 000 troupes au pays ravagé par la guerre.
Η κυβέρνηση θα διαθέσει 10.000 στρατεύματα στην χώρα που πλήττεται από τον πόλεμο.

παρέχω

verbe transitif (du personnel)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ils envoient du personnel supplémentaire quand les compagnies sont plus occupées que d'habitude.

παρέχω

verbe transitif (des effectifs)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ils envoient des remplaçants quand le personnel permanent est en vacances.

σουτάρω

verbe transitif (un ballon)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le footballeur a envoyé le ballon entre les poteaux.

στέλνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ταχυδρομώ, αποστέλλω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

στέλνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

επισπεύδω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La société a accepté d'envoyer le paiement.
Η εταιρεία συμφώνησε να επισπεύσει την πληρωμή.

στέλνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Je suis allé à la Poste et j'ai envoyé un paquet à mon ami.
Πήγα στο ταχυδρομείο και έστειλα ένα δέμα στον φίλο μου.

ταχυδρομώ

(courrier postal)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Je vais poster une lettre aujourd'hui.
Θα στείλω το γράμμα σήμερα ταχυδρομικά (or: μέσω ταχυδρομείου).

μεταφέρω

verbe transitif (un objet, de l'argent) (σε χώρο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le directeur a transféré (or: envoyé) la boîte de chaussures dans l'autre entrepôt.
Ο προϊστάμενος μετέφερε το κιβώτιο με τα παπούτσια στην άλλη αποθήκη.

αποστέλλω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αποστέλλω, στέλνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le vendeur devrait envoyer la commande aujourd'hui.
Ο πωλητής θα πρέπει να αποστείλει (or: στείλει) τα προϊόντα σήμερα.

προωθώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Je vous ferai parvenir les informations que vous avez demandées.
Θα σου προωθήσω τις πληροφορίες που ζήτησες.

λέω

verbe intransitif (familier)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Je veux connaître ton avis. Quand tu es prêt, balance (or: envoie).
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Γιατί φοβάσαι να μου πεις το μυστικό σου; Άντε ρίχτο!

στέλνω

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Il a envoyé le message à son ami.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Σας αποστέλλω τα παρακάτω έγγραφα, όπως μου ζητήσατε.

στέλνω

locution verbale

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Στείλαμε κάποιον στο Λονδίνο για να μάθουμε τα νέα.

τη λέω σε κπ

(très familier) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

στέλνω με fax, στέλνω με φαξ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Kyle a demandé à son assistant de faxer la lettre.

στέλνω τέλεξ σε κπ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

στέλνω ανεπιθύμητα ηλεκτρονικά μηνύματα

(Informatique)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Plusieurs sociétés sont tentées de spammer puisque cela ne coûte rien.
Πολλές εταιρείες μπαίνουν στον πειρασμό να στείλουν σπαμ γιατί δε στοιχίζει τίποτα.

παίρνω

(familier, vulgaire) (ανεπίσημο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ses potes crèvent tous d'envie de savoir s'il la saute.

στέλνω ανεπιθύμητα ηλεκτρονικά μηνύματα σε κπ

(Informatique)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Ils se sont mis à me spammer après l'achat d'un livre.
Αφότου αγόρασα ένα βιβλίο, άρχισαν να μου με

ρίχνω κάτω

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Il terrassa son adversaire en voulant rattraper la balle.
Ο ποδοσφαιριστής έριξε κάτω τον αντίπαλό του ενώ πήγαινε να κλέψει την μπάλα.

γκομενάκι

(très familier : sexe) (μειωτικό)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Ο Ρομπ είναι τόσο ανώριμος. Το μόνο για το οποίο μιλάει είναι το «να βρει κανένα γκομενάκι».

παραπεμπτικό

verbe transitif (έγγραφο)

Mon médecin m'a envoyé vers (or: m'a adressé à) un spécialiste.
Ο γιατρός μου έδωσε ένα παραπεμπτικό για έναν χειρούργο.

στέλνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Rose a envoyé son assistante s'occuper de la livraison.
Η Ρόουζ έστειλε τη βοηθό της να ασχοληθεί με την παραλαβή.

επικοινωνώ

(καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Je devrais envoyer un mot à mon frère parce que ça fait longtemps que je ne lui ai pas écrit.

στέλνω σημείωμα

locution verbale

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

έμβασμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Beaucoup de travailleurs étrangers envoient de l'argent à leur famille restée au pays.

ρίχνω κπ στη στενή

verbe transitif (argot) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Le juge a envoyé Elmer au trou pour ses petits trafics.

αγνοώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

στέλνω ένα φιλί

locution verbale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πηδιέμαι, γαμιέμαι

(familier) (χυδαίο)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Je me suis envoyé en l'air pour la première cette année.
Χτες το βράδυ πηδήχτηκα για πρώτη φορά μετά από έναν χρόνο.

στέλνω σε λάθος διεύθυνση

verbe transitif

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

στέλνω φιλάκια

χώνω κπ μέσα, βάζω κπ μέσα, πάω κπ μέσα

(μεταφορικά, καθομ: στη φυλακή)

χώνω μέσα

verbe transitif (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Johnno a été de nouveau arrêté ; il va être envoyé en prison (or: va être condamné) cette fois c'est sûr !

στέλνω, ταχυδρομώ

verbe transitif

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tu dois envoyer le colis par la poste avant que le train parte.

στέλνω κπ/κτ να μείνει με κπ άλλον

verbe transitif

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

στέλνω ένα φιλί σε κπ

locution verbale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

στέλνω μήνυμα με ερωτικό περιεχόμενο

locution verbale (familier)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

στέλνω στο νοσοκομείο

locution verbale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

στέλνω κτ σε κπ

Le paquet a été expédié par la poste à Mary.

κατεβάζω, κοπανάω, χτυπάω

verbe pronominal (populaire : une boisson) (αργκό, για ποτά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Il s'est envoyé trois pastis d'affilée.

στέλνω κπ για κτ, στέλνω κπ να φέρει κτ

locution verbale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Le médecin a envoyé son assistant chercher de l'eau chaude.

στέλνω φιλάκια σε κπ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

στέλνω ένα φιλί σε κπ

locution verbale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

στέλνω εγκύκλιο

locution verbale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

στέλνω με κούριερ

verbe transitif

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Notre client avait besoin des croquis sur-le-champ alors nous les lui avons envoyés par coursier.
Ο πελάτης μας χρειαζόταν αμέσως τα σχέδια και έτσι τα στείλαμε με κούριερ στο γραφείο του.

στέλνω κτ σε παγίδα άμμου, στέλνω κτ σε bunker

(Golf : sa balle)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

στέλνω σε κπ μήνυμα με ερωτικό περιεχόμενο

locution verbale (familier)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ξαπλώνω κπ κάτω

locution verbale (figuré) (καθομιλουμένη)

στέλνω κπ/κτ σε κτ

L'ancien empereur a été envoyé vivre sur une île reculée.

στέλνω κτ σε κτ

J'ai demandé à l'entreprise d'envoyer ma commande à mon adresse personnelle.
Ζήτησα από την εταιρία να αποστείλει την παραγγελία στη διεύθυνση του σπιτιού μου.

αποστέλλω, στέλνω

(κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Nous vous expédierons vos achats demain.
Θα σας αποστείλουμε τις αγορές σας αύριο.

στέλνω κτ σε κπ με fax, στέλνω κτ σε κπ με φαξ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Eric a faxé le document au bureau gouvernemental.

πηδιέμαι, γαμιέμαι

locution verbale (αργκό, χυδαίο)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Nous pouvions les entendre s'envoyer en l'air dans la chambre d'à côté.

στέλνω με email

(anglicisme, courant) (επικοινωνώ με υπολογιστή)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Je t'enverrai un e-mail demain avec l'itinéraire.
Θα σου στείλω τις λεπτομέρειες με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

πηδάω, γαμάω

(familier) (χυδαίο, αργκό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Apparemment, Linda s'envoie en l'air avec Rick.

κάνω σήμα σε κπ, κάνω νόημα σε κπ, κάνω σινιάλο σε κπ

(ότι/πως)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Harry a fait signe à Jasmin qu'il était temps de partir.
Ο Χάρυ έκανε νόημα στην Τζάσμιν ότι έπρεπε να φύγουν.

τηλεγραφώ

(κτ σε κπ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Brian a télégraphié un message à sa mère.
Ο Μπράιαν τηλεγράφησε ένα μήνυμα στη μητέρα του.

στέλνω κτ με κούριερ σε κπ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Si vous désirez un exemplaire signé tout de suite, notre société vous l'enverra par coursier.

ρίχνω κπ κάτω

πηδιέμαι

(familier) (χυδαίο, αργκό)

(ρήμα μεταβατικό και αλληλοπαθητικό: Φανερώνει ότι η ενέργεια την οποία εκτελούν τα υποκείμενα επιστρέφει στα ίδια τα υποκείμενα, π.χ. αγαπιούνται (=αγαπάνε ο ένας τον άλλον) κλπ. Συχνά ξεκινάει με το πρόθημα αλληλο-)
La mère de Tim est tombée sur lui et sa copine qui s'envoyaient en l'air (or: qui baisaient).

στέλνω με email

(anglicisme, courant) (κάτι σε κάποιον)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Je t'enverrai l'itinéraire par e-mail.
Θα σου στείλω τις οδηγίες με email.

στέλνω κτ σε λάθος διεύθυνση

verbe transitif (un colis,...)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

στέλνω με email, στέλνω με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο

(anglicisme, courant)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
J'enverrai les factures à tous nos clients.
Θα στείλω τα τιμολόγια σε όλους τους πελάτες μας με email.

στέλνω προσωπικό μήνυμα σε κπ

locution verbale (Internet)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πήδημα, γαμήσι

(familier) (αργκό, χυδαίο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Si tu as envie d'une partie de jambes en l'air, on peut aller chez moi.

στέλνω με email

(courrier électronique)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Envoie-moi le fichier par email, s'il te plaît.
Σε παρακαλώ στείλε μου το αρχείο με email.

κάνω αίτηση σε κτ, στέλνω αίτηση σε κτ

(emploi critiqué)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Cathy a postulé à trois universités mais aucune ne l'a acceptée.
Η Κάθι έκανε αίτηση σε τρία πανεπιστήμια αλλά κανένα δεν τη δέχτηκε.

στέλνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Est-ce que vous pouvez m'envoyer les détails par e-mail ?
Μπορείς να μου στείλεις ηλεκτρονικά (or: μέσω email) τις λεπτομέρειες;

στέλνω mail, στέλνω email

(courrier électronique)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Je préfère parler au téléphone mais beaucoup de gens préfèrent envoyer des e-mails.
Εγώ προτιμώ να μιλώ στο τηλέφωνο, αλλά πολλοί απλά στέλνουν email.

αποστολή SMS

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

στέλνω fax, στέλνω φαξ

locution verbale

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Richard a dit que le seul moyen de le joindre était de l'appeler ou de lui envoyer un fax.

στέλνω μήνυμα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
L'enseignant avait du mal à empêcher ses élèves d'envoyer des SMS en classe.

στέλνω βιογραφικό σε κτ

(emploi critiqué : à un poste, emploi)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Mon frère a postulé à Microsoft et a obtenu le poste.

διευθυνσιοδοτώ

(Informatique) (νεολογισμός)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le serveur a envoyé (or: a transféré) les informations vers l'ordinateur central.
ⓘCette phrase n'est pas une traduction de la phrase originale. Με ποιον τρόπο διευθυνσιοδοτεί ο εξυπηρετητής αυτός;

στέλνω μήνυμα

(σε κάποιον)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Je lui ai envoyé un message, et devrais recevoir une réponse dans quelques jours.
Του έστειλα μήνυμα και περιμένω να ακούσω νέα του μέχρι αύριο.

στέλνω μήνυμα

(Internet)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
J'ai mon ordinateur ici. Laisse-moi lui envoyer un message et attendons de voir ce qu'elle répond.
Έχω εδώ τον υπολογιστή μου. Κάτσε να της στείλω ένα μήνυμα στο chat να δω τι θα πει.

στέλνω μήνυμα

(σε κάποιον)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Je vais t'envoyer un SMS plus tard pour te confirmer l'heure de notre rencontre.

βάζω φυλακή

verbe transitif

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Hank a été envoyé derrière les barreaux pour les quinze prochaines années.

εξορίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Au dix-neuvième siècle, on exilait (or: expatriait) les criminels britanniques en Australie.

στέλνω

locution verbale (Militaire)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Le commandant a envoyé un avion en détachement à la recherche de survivants.

δεν επιτρέπω την απογείωση

verbe transitif (avion)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

στέλνω κτ σε κτ

(la balle,...)

Elle a envoyé la balle dans le filet.

Ας μάθουμε Γαλλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του envoyer στο Γαλλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Γαλλικά.

Σχετικές λέξεις του envoyer

Γνωρίζετε για το Γαλλικά

Γαλλικά (le français) είναι μια ρομανική γλώσσα. Όπως τα ιταλικά, τα πορτογαλικά και τα ισπανικά, προέρχεται από τα δημοφιλή λατινικά, που κάποτε χρησιμοποιήθηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ένα γαλλόφωνο άτομο ή χώρα μπορεί να ονομαστεί «γαλλόφωνος». Τα γαλλικά είναι η επίσημη γλώσσα σε 29 χώρες. Τα γαλλικά είναι η τέταρτη πιο ομιλούμενη μητρική γλώσσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα γαλλικά κατατάσσονται στην τρίτη θέση στην ΕΕ, μετά τα αγγλικά και τα γερμανικά, και είναι η δεύτερη πιο ευρέως διδασκόμενη γλώσσα μετά τα αγγλικά. Η πλειοψηφία του γαλλόφωνου πληθυσμού του κόσμου ζει στην Αφρική, με περίπου 141 εκατομμύρια Αφρικανούς από 34 χώρες και περιοχές που μπορούν να μιλούν γαλλικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Τα γαλλικά είναι η δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον Καναδά, μετά τα αγγλικά, και οι δύο είναι επίσημες γλώσσες σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Είναι η πρώτη γλώσσα 9,5 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 29% και η δεύτερη γλώσσα 2,07 εκατομμυρίων ανθρώπων ή το 6% του συνόλου του πληθυσμού του Καναδά. Σε αντίθεση με άλλες ηπείρους, τα γαλλικά δεν έχουν δημοτικότητα στην Ασία. Επί του παρόντος, καμία χώρα στην Ασία δεν αναγνωρίζει τα γαλλικά ως επίσημη γλώσσα.