Τι σημαίνει το facing στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης facing στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του facing στο Αγγλικά.

Η λέξη facing στο Αγγλικά σημαίνει απέναντι, που βλέπει προς, επίστρωση, επένδυση, επένδυση, γιακάς, πρόσωπο, κοιτάζω, αποδέχομαι, έκφραση, γκριμάτσα, πρόσωπο, πρόσοψη, θράσος, μπροστινή πλευρά, πλευρά, γραμματοσειρά, μέτωπο, εκπρόσωπος, στρέφομαι, βλέπω, κοιτάζω, αντιμετωπίζω, καλύπτω, κοιτάζω, βλέπω, στρίβω, κρατώ την μπάλα για την εκκίνηση, που έρχεται σε επαφή με τους πελάτες, βορινή πλευρά, που έρχεται σε επαφή με το κοινό, νότια προσανατολισμένος. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης facing

απέναντι

adjective (page, side: opposite)

There was text on one side and a photograph on the facing page.
Υπήρχε το κείμενο στη μια μεριά και μια φωτογραφία στην απέναντι σελίδα.

που βλέπει προς

adjective (as suffix (orientated towards [sth]) (μια κατεύθυνση)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The lighting isn't ideal in a south-facing studio.
Το φως σε ένα στούντιο που βλέπει προς τα νότια δεν είναι ιδανικό.

επίστρωση, επένδυση

noun (outer layer)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The door was fitted with a steel facing for greater security.

επένδυση

noun (wall covering)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The timber-framed building has a facing in brick.

γιακάς

noun (fabric: hem, cuff) (στο λαιμό)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Jenny sewed facing into the cuffs.

πρόσωπο

noun (front of head)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The ball hit him in the face.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δε μου αρέσει η μάπα (or: μούρη) του.

κοιτάζω

transitive verb (look towards)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Face the teacher when you're talking to her.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μετά από αυτό που έγινε δεν μπορώ να τον αντικρίσω.

αποδέχομαι

transitive verb (accept reality)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
We have to face the facts.
Πρέπει να αποδεχτούμε τα γεγονότα.

έκφραση

noun (expression)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
She did not have a happy face that day.
Δεν είχε πολύ χαρούμενη φάτσα εκείνη την ημέρα.

γκριμάτσα

noun (grimace) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Stop pulling faces!
Σταμάτα να κάνεις γκριμάτσες!

πρόσωπο

noun (surface) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I was the luckiest man on the face of the earth.
Ήμουν ο πιο τυχερός άνθρωπος επί προσώπου γης.

πρόσοψη

noun (façade)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The face of the house was covered in plaster.
Η πρόσοψη του σπιτιού ήταν καλυμμένη με σοβά.

θράσος

noun (figurative, informal (impudence)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He had the face to ask me for more money!
Είχε το θράσος να μου ζητήσει περισσότερα λεφτά!

μπροστινή πλευρά

noun (visible side)

She placed the card face down on the table.
Τοποθέτησε την κάρτα στο τραπέζι με την μπροστινή πλευρά προς τα κάτω.

πλευρά

noun (geometry: side)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A cube has six faces.
Ένας κύβος έχει έξι πλευρές.

γραμματοσειρά

noun (typography: design)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
They used a large, heavy face for the title.
Χρησιμοποίησαν μεγάλη και πλατιά γραμματοσειρά για τον τίτλο.

μέτωπο

noun (mining: wall) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
They drilled into the face of the rock.
Τρύπησαν το μέτωπο του βράχου.

εκπρόσωπος

noun (figurative (public representation)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)
The face of the party must be someone who appeals to all voters.
Ο εκπρόσωπος του κόμματος πρέπει να είναι κάποιος που είναι αρεστός σε όλους τους ψηφοφόρους.

στρέφομαι

intransitive verb (turn)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Her mind faces towards the future.
Η ματιά της στρέφεται στο μέλλον.

βλέπω

intransitive verb (be situated) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Our bedroom faces to the east.
Το δωμάτιό μας βλέπει την ανατολή.

κοιτάζω

transitive verb (turn toward)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Turn and face the audience.
Γύρνα και αντίκρισε το κοινό.

αντιμετωπίζω

transitive verb (confront) (ψάχνω λύση)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
You've got to face your problems.
Πρέπει να αντιμετωπίσεις τα προβλήματά σου.

καλύπτω

transitive verb (cover)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The front of the house was faced with limestone.
Το μπροστινό μέρος του σπιτιού ήταν καλυμμένο με ασβεστόλιθο.

κοιτάζω, βλέπω

transitive verb (card: turn upward)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Lay your cards down without facing any of them.
Άνοιξε τα χαρτιά σου χωρίς να κοιτάζεις κανένα.

στρίβω

transitive verb (soldiers: turn toward)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Face the soldier to your right!
Στρίψε προς τον στρατιώτη δεξιά!

κρατώ την μπάλα για την εκκίνηση

transitive verb (ice hockey: drop a puck)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The referee faced the ball between the two opposing players.
Ο διαιτητής κράτησε τη μπάλα ανάμεσα στους δυο αντίπαλους παίκτες για την εκκίνηση.

που έρχεται σε επαφή με τους πελάτες

adjective (interacting with customers)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Sara is too shy to be in a customer-facing role.

βορινή πλευρά

noun (building: side that faces north)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
My bedroom is on the north-facing side of the house and so is always cold.

που έρχεται σε επαφή με το κοινό

adjective (role: interacting with public)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

νότια προσανατολισμένος

adjective (turned in southward direction)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του facing στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του facing

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.