Τι σημαίνει το faced στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης faced στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του faced στο Αγγλικά.

Η λέξη faced στο Αγγλικά σημαίνει με πρόσωπο, με πλευρές, με πρόσωπα, πρόσωπο, κοιτάζω, αποδέχομαι, έκφραση, γκριμάτσα, πρόσωπο, πρόσοψη, θράσος, μπροστινή πλευρά, πλευρά, γραμματοσειρά, μέτωπο, εκπρόσωπος, στρέφομαι, βλέπω, κοιτάζω, αντιμετωπίζω, καλύπτω, κοιτάζω, βλέπω, στρίβω, κρατώ την μπάλα για την εκκίνηση, που έχει baby face, απροκάλυπτος, σκανδαλώδης, ξεδιάντροπος, θρασύς, αναίσχυντος, έντονος, θρασύς, αναίσχυντος, διπρόσωπος, με δύο όψεις, αντιμέτωπος με, που έχει φρέσκο πρόσωπο, που έχει νεανικό πρόσωπο, με σοβαρό ύφος, βλοσυρός, στρογγυλοπρόσωπος, ειλικρινής, ανοιχτός, ανοιχτό σάντουιτς, χλομός, ανέκφραστος, ντροπιασμένος, αναψοκοκκινισμένος, στρογγυλοπρόσωπος, με έντονα χαρακτηριστικά, ξυρισμένος, δυσαρεστημένος, που έχει τετράγωνο πρόσωπο, ανέκφραστος, ανέκφραστος, διπρόσωπος, χλωμός, χλωμός, με λευκό κεφάλι, που έχει λευκή πρόσοψη. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης faced

με πρόσωπο

adjective (as suffix (having a type of face) (ιδιότητα)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Maja is a sweet-faced girl of 7.

με πλευρές

adjective (as suffix (having a number of surfaces)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Most dice are six-faced.

με πρόσωπα

adjective (figurative, as suffix (having a number of personalities) (μεταφορικά, για χαρακτήρα)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πρόσωπο

noun (front of head)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The ball hit him in the face.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δε μου αρέσει η μάπα (or: μούρη) του.

κοιτάζω

transitive verb (look towards)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Face the teacher when you're talking to her.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μετά από αυτό που έγινε δεν μπορώ να τον αντικρίσω.

αποδέχομαι

transitive verb (accept reality)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
We have to face the facts.
Πρέπει να αποδεχτούμε τα γεγονότα.

έκφραση

noun (expression)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
She did not have a happy face that day.
Δεν είχε πολύ χαρούμενη φάτσα εκείνη την ημέρα.

γκριμάτσα

noun (grimace) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Stop pulling faces!
Σταμάτα να κάνεις γκριμάτσες!

πρόσωπο

noun (surface) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I was the luckiest man on the face of the earth.
Ήμουν ο πιο τυχερός άνθρωπος επί προσώπου γης.

πρόσοψη

noun (façade)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The face of the house was covered in plaster.
Η πρόσοψη του σπιτιού ήταν καλυμμένη με σοβά.

θράσος

noun (figurative, informal (impudence)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He had the face to ask me for more money!
Είχε το θράσος να μου ζητήσει περισσότερα λεφτά!

μπροστινή πλευρά

noun (visible side)

She placed the card face down on the table.
Τοποθέτησε την κάρτα στο τραπέζι με την μπροστινή πλευρά προς τα κάτω.

πλευρά

noun (geometry: side)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A cube has six faces.
Ένας κύβος έχει έξι πλευρές.

γραμματοσειρά

noun (typography: design)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
They used a large, heavy face for the title.
Χρησιμοποίησαν μεγάλη και πλατιά γραμματοσειρά για τον τίτλο.

μέτωπο

noun (mining: wall) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
They drilled into the face of the rock.
Τρύπησαν το μέτωπο του βράχου.

εκπρόσωπος

noun (figurative (public representation)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)
The face of the party must be someone who appeals to all voters.
Ο εκπρόσωπος του κόμματος πρέπει να είναι κάποιος που είναι αρεστός σε όλους τους ψηφοφόρους.

στρέφομαι

intransitive verb (turn)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Her mind faces towards the future.
Η ματιά της στρέφεται στο μέλλον.

βλέπω

intransitive verb (be situated) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Our bedroom faces to the east.
Το δωμάτιό μας βλέπει την ανατολή.

κοιτάζω

transitive verb (turn toward)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Turn and face the audience.
Γύρνα και αντίκρισε το κοινό.

αντιμετωπίζω

transitive verb (confront) (ψάχνω λύση)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
You've got to face your problems.
Πρέπει να αντιμετωπίσεις τα προβλήματά σου.

καλύπτω

transitive verb (cover)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The front of the house was faced with limestone.
Το μπροστινό μέρος του σπιτιού ήταν καλυμμένο με ασβεστόλιθο.

κοιτάζω, βλέπω

transitive verb (card: turn upward)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Lay your cards down without facing any of them.
Άνοιξε τα χαρτιά σου χωρίς να κοιτάζεις κανένα.

στρίβω

transitive verb (soldiers: turn toward)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Face the soldier to your right!
Στρίψε προς τον στρατιώτη δεξιά!

κρατώ την μπάλα για την εκκίνηση

transitive verb (ice hockey: drop a puck)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The referee faced the ball between the two opposing players.
Ο διαιτητής κράτησε τη μπάλα ανάμεσα στους δυο αντίπαλους παίκτες για την εκκίνηση.

που έχει baby face

adjective (child-like, cute face)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

απροκάλυπτος, σκανδαλώδης, ξεδιάντροπος

adjective (mainly US, figurative (lie: brazen, flagrant)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

θρασύς, αναίσχυντος

adjective (brazen, audacious)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

έντονος

adjective (in bold font)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

θρασύς, αναίσχυντος

adjective (shameless, overly bold) (άτομο)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Their brazen disregard for the law shocked everyone involved.
Η αναίσχυντη περιφρόνησή τους για τους νόμους σόκαρε όλους τους εμπλεκομένους.

διπρόσωπος

adjective (disloyal, treacherous)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

με δύο όψεις

adjective (having two faces)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The double-faced clock showed the time in London as well as Tokyo.

αντιμέτωπος με

(having to confront) (κάτι ή το να κάνω κάτι)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I don't want to be faced with that problem.

που έχει φρέσκο πρόσωπο, που έχει νεανικό πρόσωπο

adjective (youthful, healthy skin) (το άτομο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

με σοβαρό ύφος

adjective (with somber facial expression)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The grim-faced teacher told off the students.

βλοσυρός

adjective (person, face: stern)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Mr Henderson was a hard-faced man who never smiled.

στρογγυλοπρόσωπος

adjective (having a very round face)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ειλικρινής

adjective (person: with frank expression)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ανοιχτός

adjective (watch: having no cover) (για ρολόι)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ανοιχτό σάντουιτς

adjective (US (sandwich: no bread on top)

χλομός

adjective (frightened, shocked)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ανέκφραστος

adjective (showing no emotion)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ντροπιασμένος

adjective (figurative (embarrassed)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)

αναψοκοκκινισμένος

adjective (with flushed face)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)

στρογγυλοπρόσωπος

adjective (face: circular-shaped)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

με έντονα χαρακτηριστικά

adjective (facial features)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ξυρισμένος

adjective (hairless, clear skin)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

δυσαρεστημένος

adjective (appearing displeased)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)

που έχει τετράγωνο πρόσωπο

adjective (having angular jaw)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ανέκφραστος

adjective (serious, expressionless)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ανέκφραστος

adjective (showing no emotion)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

διπρόσωπος

adjective (figurative (deceitful)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I learned the hard way how two-faced Paul is.

χλωμός

adjective (having pale face)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

χλωμός

adjective (having pale face)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

με λευκό κεφάλι

adjective (horse: white on head) (για άλογο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

που έχει λευκή πρόσοψη

adjective (having white front)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
A row of white-faced houses stood a few feet back from the shoreline.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του faced στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του faced

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.