Τι σημαίνει το fan στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης fan στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του fan στο Αγγλικά.

Η λέξη fan στο Αγγλικά σημαίνει ανεμιστήρας, βεντάλια, οπαδός, φίλαθλος, φαν, κάνω αέρα, δυναμώνω κάνοντας αέρα, υποδαυλίζω, ουρά, φύλλωμα, απλώνομαι, εξαπλώνομαι, ανεμιστήρας, ανεμιστήρας οροφής, ηλεκτρικός ανεμιστήρας, συσκευή εξαερισμού, δημιουργίες των φαν, ιμάντας ανεμιστήρα, φαν κλαμπ, ιστορίες των φαν, ιστορίες γραμμένες από φαν, ιστορίες θαυμαστών που βασίζονται σε ήδη υπάρχοντες φανταστικούς χαρακτήρες, γράμματα των φαν, γράμματα από τους θαυμαστές, ρίχνω λάδι στη φωτιά, που διαθέτει σύστημα ανεμιστήρα ψύξεως, σε σχήμα ριπιδίου, ποδοσφαιρόφιλος, ποδοσφαιρόφιλη, λάτρης του αμερικάνικου φούτμπολ, στραβώνω, όταν μαθευτεί κτ, λάτρης της μουσικής, φίλαθλος, φίλαθλη. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης fan

ανεμιστήρας

noun (device: blows air) (μηχάνημα)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
He would sit directly in front of the fan to cool down.
Καθόταν ακριβώς μπροστά στον ανεμιστήρα για να δροσιστεί.

βεντάλια

noun (waved in hand)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Spanish ladies often carry a fan in their purse.
Οι Ισπανίδες κυρίες συχνά έχουν μια βεντάλια στην τσάντα τους.

οπαδός, φίλαθλος

noun (sports enthusiast)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
He is a fan of Real Madrid.
Είναι φαν της Ρεάλ Μαδρίτης.

φαν

noun (enthusiast)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. ρόκερ, ντιτζέι κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
She is a fan of that website.
Είναι λάτρης εκείνου του ιστοτόπου.

κάνω αέρα

transitive verb (cool with a fan) (σε κάποιον)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She fanned him with the newspaper.
Του έκανε αέρα με την εφημερίδα.

δυναμώνω κάνοντας αέρα

transitive verb (flames: agitate with a fan)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He fanned the flames with a newspaper.
Δυνάμωσε τις φλόγες κάνοντας αέρα με μια εφημερίδα.

υποδαυλίζω

transitive verb (figurative (intensify, encourage) (λόγιος)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The organization was accused of fanning national hatred.
Ο οργανισμός κατηγορήθηκε ότι καλλιεργεί το εθνικό μίσος.

ουρά

noun (feathers, palm leaves, etc.) (πτηνά, πχ παγώνι)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
The peacock spread its fan.
Το παγώνι άνοιξε την ουρά του.

φύλλωμα

noun (foliage)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The fan of palm fronds provided welcome shade.
Το φύλλωμα του φοίνικα προσέφερε καλή σκιά.

απλώνομαι, εξαπλώνομαι

phrasal verb, intransitive (spread)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Groups of searchers fanned out in all directions.

ανεμιστήρας

noun (mechanical ventilation device)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
A blower fan will keep toxic fumes out of the laboratory.

ανεμιστήρας οροφής

noun (fan attached to ceiling)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The ceiling fan whirred in the background as he wrote the letter.

ηλεκτρικός ανεμιστήρας

noun (device that moves air)

συσκευή εξαερισμού

noun (device: remove unwanted air)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

δημιουργίες των φαν

noun (created by fans)

ιμάντας ανεμιστήρα

noun (car engine part)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

φαν κλαμπ

(club for fans)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

ιστορίες των φαν, ιστορίες γραμμένες από φαν

noun (stories by fans)

ιστορίες θαυμαστών που βασίζονται σε ήδη υπάρχοντες φανταστικούς χαρακτήρες

noun (stories by fans)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

γράμματα των φαν, γράμματα από τους θαυμαστές

noun (letters from fans) (διάσημου προσώπου)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

ρίχνω λάδι στη φωτιά

verbal expression (figurative (intensify, encourage) (μεταφορικά)

The politician is trying to fan the flames of anti-immigrant sentiment.

που διαθέτει σύστημα ανεμιστήρα ψύξεως

adjective (having heat managed by a fan)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Most home computers are fan-cooled.

σε σχήμα ριπιδίου

adjective (flared shape, like fan)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ποδοσφαιρόφιλος, ποδοσφαιρόφιλη

noun (person who enjoys watching soccer)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
My sister is a keen football fan.

λάτρης του αμερικάνικου φούτμπολ

noun (person who enjoys American football)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He's a diehard football fan; if he's not at the game, he's watching it on TV.

στραβώνω

verbal expression (slang (become difficult or unpleasant) (αργκό, μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

όταν μαθευτεί κτ

expression (slang, vulgar (disturbing facts: become public)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

λάτρης της μουσικής

noun ([sb] who enjoys listening to music)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He's a real music fan, and goes to all the concerts.

φίλαθλος, φίλαθλη

noun ([sb] who enjoys watching or playing sport)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του fan στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του fan

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.