Τι σημαίνει το fast στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης fast στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του fast στο Αγγλικά.

Η λέξη fast στο Αγγλικά σημαίνει γρήγορος, γοργός, γρήγορα, σταθερά, νηστεία, μπροστά, νηστεύω, κάνω απεργία πείνας, ευαίσθητος, σταθερός, εύκολος, σταθερός, στενός, νωρίτερα, είμαι δεμένος γερά, είμαι προσδεμένος γερά, είμαι δεμένος καλά, είμαι προσδεμένος καλά, είμαι σταθερός, οξεάντοχος, στο πι και φι, <div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>, που κοιμάται σαν πουλάκι, αιφνιδιασμός, κάνω αιφνιδιασμό, ορμητικός, fast food, φαστ φουντ, fast food, φαστ φουντ, πηγαίνω μπροστά, περνάω κτ στο γρήγορο, <div>κάνω fast forward σε κτ</div><div>(<i>περίφραση</i>: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ.<i> από την Αθήνα, που ακολουθεί </i>κλπ.)</div>, fast forward, fast forward, στενοί φίλοι, στενές φίλες, ταχεία, ενθουσιώδης κατάσταση, γρήγορο πιστόλι, γρήγορο βήμα, γρήγορος, γοργός, ταχύρυθμος, πορεία ταχείας ανάπτυξης, ταχύς, επιταχύνω, επισπεύδω, επιταχύνω, επισπεύδω, ταχείας δράσης, φαστφουντάδικο, που μεγαλώνει γρήγορα, ραγδαία αυξανόμενος, γρήγορος, που προσπαθεί να παραπλανήσει, κινούμαι γρήγορα, περνάω γρήγορα, απαράβατος, απαράβατος κανόνας, λαβή, ριζοειδές στήριγμα, συμπεριφέρομαι απερίσκεπτα/επικίνδυνα, κάνω μια γερή μπάζα στα γρήγορα, την φέρνω σε κπ, δεν αλλάζω γνώμη, μένω ακίνητος. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης fast

γρήγορος, γοργός

adjective (quick, rapid) (με μεγάλη ταχύτητα)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The fast fox caught the chicken.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η κυβέρνηση αποφάσισε ότι πρέπει να προβεί σε ταχύ μετασχηματισμό.

γρήγορα

adverb (quickly)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
She ran fast to catch the train.
Έτρεξε γρήγορα (or: γοργά) για να φτάσει το τρένο.

σταθερά

adverb (non-negotiable)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
He plans to hold fast to his asking price.
Σχεδιάζει να επιμείνει σταθερά στην τιμή που ζητά.

νηστεία

noun (period without food)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The fast lasts for forty days.
Η νηστεία διαρκεί σαράντα μέρες.

μπροστά

adjective (clock: ahead of time)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
That clock is five minutes fast.
Εκείνο το ρολόι πάει πέντε λεπτά μπροστά.

νηστεύω

intransitive verb (not eat for a period)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Some religions require its followers to fast during a holy season.
Μερικές θρησκείες υποχρεώνουν τους πιστούς να νηστεύουν κατά τη διάρκεια μιας ιερής περιόδου.

κάνω απεργία πείνας

intransitive verb (protest by not eating)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
To protest his treatment, the prisoner decided to fast.
Για να διαμαρτυρηθεί για τη μεταχείρισή του, ο φυλακισμένος αποφάσισε να κάνει απεργία πείνας.

ευαίσθητος

adjective (film: sensitive)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
This is a fast film, so don't expose it too long.
Αυτό το φιλμ είναι ευαίσθητο, γι' αυτό μην το εκθέτεις για πολλή ώρα.

σταθερός

adjective (fixed)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Don't worry about that handle - it's fast now.
Μην ανησυχείς για αυτό το χερούλι - είναι σταθερό τώρα.

εύκολος

adjective (slang (promiscuous) (καθομ, μειωτικό)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Stay away from her - everyone says she is fast.
Μείνε μακριά της - όλοι λένε ότι είναι εξώλης και προώλης.

σταθερός

adjective (colour: does not fade)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Yes, these colours are fast and should not bleed.
Ναι, αυτά τα χρώματα είναι σταθερά και δεν πρέπει να στάζουν.

στενός

adjective (friend: close, loyal)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Through the years, they remained fast friends.
Όλα αυτά τα χρόνια έμειναν στενοί φίλοι.

νωρίτερα

adverb (ahead of time)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
His presentation ran fast, so they had time for questions at the end.
Η παρουσίασή του ξεκίνησε νωρίτερα, οπότε είχαν χρόνο για ερωτήσεις στο τέλος.

είμαι δεμένος γερά, είμαι προσδεμένος γερά, είμαι δεμένος καλά, είμαι προσδεμένος καλά

phrasal verb, transitive, inseparable (firmly, tightly)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The rope held fast to the boat.

είμαι σταθερός

phrasal verb, transitive, inseparable (uphold: principle, idea)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He holds fast to his socialist principles.

οξεάντοχος

adjective (resistant to acid)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

στο πι και φι

adverb (figurative (rapidly) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

<div></div><div>(<i>β' συνθετικό</i>: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλό<i>βαθμος</i>, χαμηλό<i>βαθμος</i>κλπ.)</div>

adjective (US, figurative (rapid)

The racehorse's pace was blazing fast.

που κοιμάται σαν πουλάκι

adjective (sleeping deeply) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I love being awake when everyone else in the house is fast asleep.

αιφνιδιασμός

noun (sports: quick attack)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

κάνω αιφνιδιασμό

intransitive verb (sports: execute fast break) (αθλητισμός)

ορμητικός

adjective (water: rapid)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The stream was fast flowing.

fast food, φαστ φουντ

noun (junk food)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
We eat fast food occasionally when we don't have time to cook.
Περιστασιακά τρώμε fast food, όταν δεν έχουμε χρόνο για μαγείρεμα.

fast food, φαστ φουντ

noun as adjective (relating to fast food)

(άκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Many fast-food items contain unhealthy amounts of sugar and fat.
Πολλά είδη φαστ φουντ περιέχουν ανθυγιεινές ποσότητες ζάχαρης και λίπους.

πηγαίνω μπροστά

intransitive verb (advance rapidly)

Fast forward to the last five minutes of the film clip - that's the funniest bit.

περνάω κτ στο γρήγορο

(advance rapidly through)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I often fast forward through the boring parts of movies.

<div>κάνω fast forward σε κτ</div><div>(<i>περίφραση</i>: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ.<i> από την Αθήνα, που ακολουθεί </i>κλπ.)</div>

transitive verb (advance rapidly)

fast forward

noun (button: advance)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
He hit fast forward, and images in the film sped by.

fast forward

noun (figurative (rapid movement)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Everything was happening so fast that she felt as though her life were on fast forward.

στενοί φίλοι, στενές φίλες

plural noun (loyal friends)

Diana and Jessica had a strong connection and became fast friends.

ταχεία

noun (express lane of roadway)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ενθουσιώδης κατάσταση

noun (figurative (competitive, exciting scene or activity)

γρήγορο πιστόλι

noun (informal ([sb] who acts promptly) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Veronica had an idea for a business and, within a couple of weeks, she had it up and running; she's a fast mover!

γρήγορο βήμα

noun (brisk or rapid rhythm)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He walked at such a fast pace that it was difficult to keep up with him.

γρήγορος, γοργός

adjective (moving rapidly)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
It was such a fast-paced movie that I felt a little dizzy afterward.

ταχύρυθμος

adjective (happening rapidly)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Life in the city can be very fast paced.

πορεία ταχείας ανάπτυξης

noun (figurative (route to rapid advancement)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ταχύς

noun as adjective (figurative (accelerated or privileged)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

επιταχύνω, επισπεύδω

transitive verb (speed the progress of) (την πορεία κάποιου)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

επιταχύνω, επισπεύδω

transitive verb (speed the progress of) (κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
His father put pressure on them to fast-track his application.
Ο πατέρας τους πίεσε να επιταχύνουν (or: επισπεύσουν) την αίτηση του γιου του.

ταχείας δράσης

adjective (which takes effect quickly)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

φαστφουντάδικο

noun (restaurant: rapid service) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Fast-food restaurants tend to serve unhealthy food.

που μεγαλώνει γρήγορα

adjective (rapidly getting physically bigger)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ραγδαία αυξανόμενος

adjective (rapidly increasing)

γρήγορος

adjective (quick)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The fast-moving traffic on this street makes it dangerous to cross.

που προσπαθεί να παραπλανήσει

adjective (talks facilely to persuade)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κινούμαι γρήγορα

intransitive verb (literal (move quickly)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I like to go fast in my car.

περνάω γρήγορα

intransitive verb (figurative (pass quickly: time) (ώρα)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Time always goes fast when I am with you.

απαράβατος

adjective (rule: strictly enforced)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The company has no hard-and-fast dress code, but everyone wears a business suit.

απαράβατος κανόνας

noun (rule: unbreakable)

There's no hard-and-fast rule about what makes good picnic food.

λαβή

noun ([sth] that holds [sth] in place)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ριζοειδές στήριγμα

noun (botany: fungus part for attaching) (βοτανική)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

συμπεριφέρομαι απερίσκεπτα/επικίνδυνα

verbal expression (informal, figurative (behave recklessly)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κάνω μια γερή μπάζα στα γρήγορα

verbal expression (informal (make money quickly)

την φέρνω σε κπ

verbal expression (informal (trick [sb] stealthily) (καθομιλουμένη)

δεν αλλάζω γνώμη

verbal expression (figurative (not change one's mind)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Once I make my mind up, I always stand fast in my decision.

μένω ακίνητος

verbal expression (not move)

I expected the cat to run away but it stood fast. The guards at Buckingham Palace are trained to stand fast, even if tourists provoke them.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του fast στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του fast

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.