Τι σημαίνει το fake στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης fake στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του fake στο Αγγλικά.

Η λέξη fake στο Αγγλικά σημαίνει προσποιούμαι, πλαστογραφώ, υποκρίνομαι, προσποιούμαι, ψεύτικος, απομίμηση, απατεώνας, απατεώνισσα, απάτη, προσποίηση, κάνω προσποίηση, προσποιούμαι, παριστάνω, αυτοσχεδιάζω, fake news, προσποιητός οργασμός, ψεύτικος οργασμός, προσποιούμαι οργασμό, ξεγελάω, ξεγελώ, προσποιητό χαμόγελο, ψεύτικο χαμόγελο, παραπλανητικό στοιχείο. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης fake

προσποιούμαι

transitive verb (pretend)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She probably won't know the answers, but will fake it.
Πιθανόν να μην ξέρει τις απαντήσεις, αλλά θα προσποιηθεί το αντίθετο.

πλαστογραφώ

transitive verb (forge, counterfeit)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He used cheap pine and dye in an attempt to fake antique furniture.
Χρησιμοποίησε φτηνό ξύλο πεύκου και μπογιά προσπαθώντας να δημιουργήσει ψεύτικα έπιπλα αντίκες.

υποκρίνομαι, προσποιούμαι

transitive verb (imitate) (κάτι, ότι κάνω κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
A good actor can fake a lame leg.
Ο καλός ηθοποιός μπορεί να υποδυθεί τον κουτσό.

ψεύτικος

adjective (toy, pretend)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The boy has a fake phone that he plays with.
Το αγόρι έχει ένα τηλέφωνο-παιχνίδι με το οποίο παίζει.

απομίμηση

noun ([sth] not genuine, counterfeit)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
It was no antique, but a modern fake. That video is clearly a fake; you can see they've used CGI.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το κείμενο δεν ήταν γνήσιο, αλλά πλαστογράφημα.

απατεώνας, απατεώνισσα

noun ([sb] phoney)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
He was a rogue, a fake who claimed to be a duke.
Ήταν ένας αγύρτης, ένας απατεώνας που ισχυριζόταν πως ήταν δούκας.

απάτη

noun (spurious story)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
His claim to the throne was proved to be a fake.
Η διεκδίκησή του για τον θρόνο αποδείχτηκε πως ήταν κίβδηλη.

προσποίηση

noun (sport: feint, deceptive move)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The fake made the goalkeeper dive left.
Η προσποίηση έκανε τον τερματοφύλακα να ριχτεί αριστερά.

κάνω προσποίηση

transitive verb (make a deceptive move)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The footballer faked left and ran right.
Ο ποδοσφαιριστής έκανε αριστερή προσποίηση και έτρεξε δεξιά.

προσποιούμαι, παριστάνω

verbal expression (informal (pretend to do [sth])

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

αυτοσχεδιάζω

verbal expression (informal (accomplish by improvising)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

fake news

noun (uncountable (propaganda)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

προσποιητός οργασμός, ψεύτικος οργασμός

noun (informal (simulated sexual climax)

Many women have fake orgasms to end bad sex sooner.

προσποιούμαι οργασμό

verbal expression (simulate sexual climax)

The truth is that men are just as likely to fake orgasm as women are.

ξεγελάω, ξεγελώ

(US, informal (trick, deceive)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

προσποιητό χαμόγελο, ψεύτικο χαμόγελο

noun (informal (smile that is insincere)

Helen's fake smile never fooled me, I knew she was a snake from the beginning.

παραπλανητικό στοιχείο

noun (slang ([sth] misleading) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του fake στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του fake

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.