Τι σημαίνει το moved στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης moved στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του moved στο Αγγλικά.

Η λέξη moved στο Αγγλικά σημαίνει συγκινούμαι, συγκινούμαι, κινούμαι, κινούμαι, προχωράω, μετακινούμαι, μετακινούμαι, μεταφέρομαι, πάω, προχωράω, πηγαίνω, κάνω, μετακινώ, μεταφέρω, συγκινώ, μετακομίζω, κίνηση, κίνηση, σειρά, μετακόμιση, κινούμαι, μετακινούμαι, μετατοπίζομαι, κινούμαι, παίζω, εκκενώνομαι, προτείνω, αλλάζω, μετακινώ, κουνάω, κουνάω, διακινώ, ωθώ, ωθώ, που έχει εκδιωχθεί, δεν αλλάζω γνώμη. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης moved

συγκινούμαι

adjective (emotionally affected)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I was so moved by the music, I felt like crying.
Συγκινήθηκα τόσο από τη μουσική, που ήθελα να κλάψω.

συγκινούμαι

(emotionally affected) (από κάτι, με κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I was so moved by the music, I felt like crying.
Συγκινήθηκα τόσο από τη μουσική που ήθελα να κλάψω.

κινούμαι

intransitive verb (be in motion)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Stop moving and the wasp will leave you alone.
Σταμάτα να κουνιέσαι και η σφήκα θα σε αφήσει ήσυχη.

κινούμαι, προχωράω

intransitive verb (advance)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The protesters moved towards the line of police.
Οι διαδηλωτές κινήθηκαν (or: προχώρησαν) προς τους παραταγμένους αστυνομικούς.

μετακινούμαι

intransitive verb (change position, location)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
This seat is reserved. I'm afraid you'll have to move.
Αυτή η θέση είναι κρατημένη. Φοβάμαι ότι θα πρέπει να μετακινηθείτε.

μετακινούμαι, μεταφέρομαι

(change position, location) (σε κτ)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Amy moved to a seat near the front of the room.
Η Έιμι μετακινήθηκε σε μια θέση κοντά στην μπροστινή πλευρά της αίθουσας.

πάω, προχωράω

(turn attention to) (καθομιλουμένη: σε κτ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I want to move to the question of how we are to finance this project.
Θέλω να πάμε στην ερώτηση του πώς θα χρηματοδοτήσουμε αυτό το έργο.

πηγαίνω, κάνω

verbal expression (take action) (μτφ, καθομ: να κάνω κτ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He moved to open the door but she grabbed his arm.
Πήγε (or: Έκανε) να ανοίξει την πόρτα, αλλά του άρπαξε το χέρι.

μετακινώ, μεταφέρω

transitive verb (change position, location of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I moved the car closer to the house.
Μετακίνησα το αυτοκίνητο πιο κοντά στο σπίτι.

συγκινώ

transitive verb (often passive (affect emotionally)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Everyone was moved by the film.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Συγκινήθηκα από την κίνησή σου.

μετακομίζω

intransitive verb (change residence)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
When I was five years old, we moved.
Όταν ήμουν πέντε ετών, μετακομίσαμε.

κίνηση

noun (movement)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
With a sudden move, he grabbed the robber.
Με μια απότομη κίνηση, άρπαξε τον ληστή.

κίνηση

noun (step toward [sth])

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The sheriff blocked the outlaw's move for the door.

σειρά

noun (game: turn)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
It is my move next.
Η επόμενη κίνηση είναι δική μου.

μετακόμιση

noun (informal (house move: change of residence)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
All our belongings are packed up in boxes, ready for the move.

κινούμαι, μετακινούμαι, μετατοπίζομαι

intransitive verb (follow a course)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The storm is moving to the east.
Η καταιγίδα κινείται (or: μετατοπίζεται) προς τα ανατολικά.

κινούμαι

intransitive verb (merchandise: be sold) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The new merchandise isn't moving.
Το νέο εμπόρευμα δεν πουλάει.

παίζω

intransitive verb (game: take a turn)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
It's your turn to move.
Είναι σειρά σου να παίξεις.

εκκενώνομαι

intransitive verb (bowels: evacuate) (επίσημο, ευφημισμός)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The food made his bowels move quickly.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το έντερό μας πρέπει να εκκενώνεται τακτικά.

προτείνω

(make a proposal)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The council member moved to adjourn the session.
Το μέλος του συμβουλίου πρότεινε την αναβολή της συνεδρίασης.

αλλάζω

transitive verb (change: residence)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She moved apartments twice last year.
Άλλαξε διαμέρισμα δυο φορές πέρσι.

μετακινώ, κουνάω

transitive verb (advance: a game piece)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He moved his piece forward four spaces.
Μετακίνησε (or: Κούνησε) το πιόνι του τέσσερα κουτάκια μπροστά.

κουνάω

transitive verb (put in motion)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He moved his arms up and down.
Κούνησε τα χέρια του πάνω-κάτω.

διακινώ

transitive verb (informal (sell: goods, merchandise)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
We have to move the merchandise before the end of the fiscal year.

ωθώ

(impel emotionally) (κάποιον να κάνει κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Karen was moved to take in the stray dogs.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το ντοκιμαντέρ με ώθησε να ασχοληθώ πιο ενεργά με την οικολογία.

ωθώ

(cause, provoke) (κπ σε κτ ή να κάνει κτ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
His actions moved her to call the police.
Οι πράξεις του με ανάγκασαν να καλέσω την αστυνομία.

που έχει εκδιωχθεί

adjective (sent away, evicted) (από κάπου)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

δεν αλλάζω γνώμη

verbal expression (figurative (not change opinion)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Anne is completely against the idea, and will not be moved from her position.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του moved στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του moved

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.