Τι σημαίνει το razón στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης razón στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του razón στο ισπανικά.

Η λέξη razón στο ισπανικά σημαίνει λόγος, πνευματική υγεία, σκοπός, λόγος, λογική, αιτία, εξήγηση, λογικά, μυαλό, λογική, λογική, συχνότητα, λόγος, επιχείρημα, λογική, λόγος, λογική σκέψη, λογικεύω, δίκαια, που κάνει ηλικιακές διακρίσεις, δικαίως, ευλόγως, χωρίς λόγο, κατά μείζονα λόγο, λόγω αυτού, εξαιτίας αυτού, μέσω γάμου, για ποιό λόγο, για οποιονδήποτε λόγο, κάπως, για αυτό το λόγο, εξαιτίας αυτού, χωρίς αιτία και αφορμή, χωρίς λόγο, δεδομένης της κατάστασης, ακόμα περισσότερο, ακόμη περισσότερο, εξαιτίας, λόγω, για αυτόν τον λόγο, για αυτό και, δεν είναι να απορείς, γιατί στο καλό, καλός λόγος, λόγος ύπαρξης, λόγος, λόγος, υποβόσκουσα αιτία, φωνή της λογικής, βασικός λόγος, εταιρική επωνυμία, η αιτία που, η αιτία για την οποία, αποδεικνύω, βάζω μυαλό, χάνω τα λογικά μου, έχω δίκιο, βάζω μυαλό, συμμορφώνομαι, στην πραγματικότητα, άσκοπα, Μάλιστα, χωρίς αιτία, για το τίποτα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης razón

λόγος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Su deseo de conseguir un ascenso era la razón subyacente tras su turbio comportamiento.
Η επιθυμία του να πάρει προαγωγή ήταν η αιτία τη ύπουλης συμπεριφοράς του.

πνευματική υγεία

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Perdió la razón a la edad de treinta años y fue admitido en un hospital psiquiátrico.
Έχασε τα λογικά του στην ηλικία των τριάντα και εισήχθη σε ψυχιατρική κλινική.

σκοπός

nombre femenino

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Todo pasa por una razón.

λόγος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
¿Por qué motivo no viniste ayer a la escuela?
Τι δικαιολογία έχεις που δεν ήρθες σχολείο χτες;

λογική

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Para encontrar los libros desaparecidos, usó la lógica en lugar de la intuición.
Χρησιμοποίησε λογική αντί για διαίσθηση, ούτως ώστε να βρει τα βιβλία που έλειπαν.

αιτία, εξήγηση

nombre femenino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Arnold se rehusó a participar sin dar una razón.
Ο Άρνολντ αρνήθηκε να συμμετάσχει χωρίς να δώσει καμία εξήγηση.

λογικά

nombre femenino (πνευματική υγεία)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
¡Debe de haber perdido la razón!
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Η αγκαλιά σου, μάγισσα, το νου μου έχει πάρει.

μυαλό

(μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El pobre hombre ha perdido la razón.
Ο καημένος ο άνθρωπος έχασε τα μυαλά του.

λογική

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Deberías usar la razón, no la emoción, para obtener una solución.

λογική

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Una vez que Craig explicó la razón detrás de su decisión, tenía sentido.
Όταν ο Γκρεγκ εξήγησε το σκεπτικό πίσω από την απόφασή του, αυτή αποδείχτηκε απολύτως λογική.

συχνότητα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Las protestas empezaron a producirse con mayor frecuencia en la capital.

λόγος

(για κάτι)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
¡Los resultados de tu examen son motivo de celebración!
Τα αποτελέσματα των εξετάσεών σου είναι λόγος (or: ευκαιρία) για χαρά!

επιχείρημα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Tenía un sólido argumento para no ir a la guerra.
Το επιχείρημά του σχετικά με την αποχή από τον πόλεμο ήταν εύλογο.

λογική

(sentido)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
¿Qué lógica tiene encender la lavadora para un sólo suéter?
Ποια είναι η λογική στο να βάλεις πλυντήριο για ένα πουλόβερ;

λόγος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
¿Cuál es el motivo de este alboroto?

λογική σκέψη

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Estaba angustiada después del accidente y era incapaz de usar el pensamiento lógico.

λογικεύω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Él quiere renunciar, pero ella intentará razonar con él.
Αυτός θέλει να παραιτηθεί, αλλά εκείνη θα προσπαθήσει να τον λογικεύσει.

δίκαια

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

που κάνει ηλικιακές διακρίσεις

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

δικαίως, ευλόγως

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
El asesino fue sentenciado con razón a cadena perpetua.

χωρίς λόγο

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Me grita sin ton ni son y no entiendo por qué.

κατά μείζονα λόγο

locución adverbial

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Si sabías que ibas a causar una discusión con mayor razón deberías haberte quedado callado.

λόγω αυτού, εξαιτίας αυτού

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Ella no va a dejar de fumar y por eso vamos a romper.

μέσω γάμου

locución verbal

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

για ποιό λόγο

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
¿Por qué razón estás llegando a casa dos horas tarde?

για οποιονδήποτε λόγο

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Cualquiera sea la razón, el hecho es que lo hizo.

κάπως

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Me pareció que lucía diferente por alguna razón, luego caí en cuenta de que se había afeitado la barba.

για αυτό το λόγο, εξαιτίας αυτού

locución conjuntiva

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El puente se hundió, por esa razón tenemos que viajar en el ferry.

χωρίς αιτία και αφορμή, χωρίς λόγο

locución adverbial

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Reaccionó de forma agresiva sin razón aparente.

δεδομένης της κατάστασης

locución conjuntiva (formal)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
No se presentó a la audiencia, razón por la cual se le denegó la apelación.

ακόμα περισσότερο, ακόμη περισσότερο

(εμφατικός τύπος)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Necesitas un buen par de botas para escalar, aún más ahora que es invierno.

εξαιτίας, λόγω

locución preposicional

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Sarah fue declarada inocente por razón de su demencia.

για αυτόν τον λόγο

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Por este motivo, lamento renunciar a mi cargo como Ministro de Asuntos Administrativos.
Για αυτόν τον λόγο δυστυχώς παραιτούμαι από τη θέση του Υπουργού Διοικητικών Υποθέσεων.

για αυτό και

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Es un restaurante muy popular, y, por eso, debes reservar una mesa con anticipación.

δεν είναι να απορείς

expresión

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Con razón está la casa tan fría, la calefacción está estropeada. Con razón el bebé está llorando, hay que cambiarle el pañal.
Είναι λογικό που το μωρό κλαίει, η πάνα του θέλει άλλαγμα.

γιατί στο καλό

expresión

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

καλός λόγος

locución nominal femenina

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Debe haber tenido una buena razón para decir lo que dijo sobre él.

λόγος ύπαρξης

nombre femenino

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
A veces creo que comer es su razón de ser.

λόγος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
No pudo explicar la razón que justificaba sus acciones.

λόγος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Las razones por las que me marcho no son las que imaginas.

υποβόσκουσα αιτία

Aunque decía que sus motivos eran altruistas, la razón oculta era obtener ganancia económica.

φωνή της λογικής

nombre femenino (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Juan siempre es la voz de la razón en el grupo.

βασικός λόγος

εταιρική επωνυμία

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

η αιτία που, η αιτία για την οποία

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
No podía decirle la verdadera razón por la que la dejé.
Δεν μπορούσα να της πω την πραγματική αιτία για την οποία την άφησα.

αποδεικνύω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Rod va a correr la maratón porque quiere demostrar que está en lo cierto.
Ο Ροντ θα τρέξει στο μαραθώνιο γιατί θέλει να αποδείξει κάτι.

βάζω μυαλό

verbo intransitivo (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Te aseguro de que traté por todos los medios, pero es muy obstinado, no pude hacerlo entrar en razón.

χάνω τα λογικά μου

locución verbal (razón, cordura)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

έχω δίκιο

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Gudrun tiene razón, deberíamos salir temprano mañana para evitar el tráfico.

βάζω μυαλό, συμμορφώνομαι

locución verbal (formal)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Usted tiene que entrar en razón y pedirle disculpas al director.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Βάλε μυαλό (or: συμμορφώσου) και σταμάτα να συμπεριφέρεσαι ανόητα.

στην πραγματικότητα

locución verbal (επαναφέρω)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Decirle que estaba en quiebra la hizo entrar en razón y dejar de comprar compulsivamente.
Όταν της είπα ότι είμαι απένταρος, είδε και πάλι τα πράγματα ρεαλιστικά και σταμάτησε τις καταναλωτικές της κραιπάλες.

άσκοπα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

Μάλιστα

interjección

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

χωρίς αιτία, για το τίποτα

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
El niñito apareció de golpe y me pegó sin motivo.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του razón στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του razón

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.