Τι σημαίνει το tear στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης tear στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του tear στο Αγγλικά.

Η λέξη tear στο Αγγλικά σημαίνει δάκρυ, δάκρυα, σκίσιμο, σκίζω κτ από, δακρύζω, σκίζομαι, σχίζομαι, τρέχω, παθαίνω τράβηγμα σε κτ, σκίζω, τραβάω, τραβώ, τραβάω, τραβώ, είμαι σε δίλλημα, χωρίζω, τη λέω σε κπ, σκίζω, καταστρέφω, συντρίβω, θάβω, απομακρύνω, κατεδαφίζω, αποσυναρμολογώ, ξεμοντάρω, καταστρέφω, ασκώ έντονη κριτική, σκίζω, μαλώνω κπ πολύ, σκίζω, κόβω, την κάνω, σκίζω, σκίζω, βουρκώνω, ρολάρω, ρήξη του μυ, τρέχω, χωρίζω, ξεκολλώ κπ από κτ, ξεκολλώ, ξεκολλώ από κτ, φεύγω τρέχοντας από κτ, ρινοδακρυϊκός πόρος, δακρυϊκός πόρος, δακρυγόνα, ανοίγω, ξεσκίζω, σκίζω, σκίζω, σκίζω, ασκώ έντονη κριτική, σκίζω, ασκώ έντονη κριτική, σπάω τους κανόνες, συγκινητικός, που σκίζεται, που μπορεί να σκιστεί, δακρυσμένος, γεμάτος δάκρυα, θερμόαιμος, θερμοκέφαλος, θερμοκέφαλος, μελό, φυσιολογική φθορά. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης tear

δάκρυ

noun (drop of water from eyes)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A tear ran down his cheek.
Ένα δάκρυ έτρεξε στο μάγουλό του.

δάκρυα

plural noun (sadness, weeping) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
If the England team don't win this match, there'll be tears.
Θα έχουμε δάκρυα αν δεν κερδίσει η αγγλική ομάδα.

σκίσιμο

noun (rip)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
There's a tear in my jacket.
Το μπουφάν μου έχει ένα σχίσιμο.

σκίζω κτ από

transitive verb (rend, rip)

He tore the page from the book.
Έσχισε τη σελίδα από το βιβλίο.

δακρύζω

intransitive verb (US (form tears)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
It was so cold my eyes started tearing.

σκίζομαι, σχίζομαι

intransitive verb (become torn)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
This page is tearing: I need some tape.

τρέχω

intransitive verb (informal (move fast)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The car tore down the street.
Το αυτοκίνητο κατέβαινε τρέχοντας τον δρόμο.

παθαίνω τράβηγμα σε κτ

transitive verb (damage: ligament)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She's torn her knee, and won't be able to play.

σκίζω

transitive verb (rip: clothing)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He tore his shorts climbing a tree.

τραβάω, τραβώ

transitive verb (pull up)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She tore the weeds from the ground.

τραβάω, τραβώ

transitive verb (wrench)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He tore a leg from the chicken and started eating.

είμαι σε δίλλημα

transitive verb (figurative (distress) (εγώ ο ίδιος)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I'm torn as to whether I should go or stay.

χωρίζω

transitive verb (figurative (divide)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The country was torn in two by the issue.
Η χώρα είχε χωριστεί στα δύο εξ αιτίας αυτού του ζητήματος.

τη λέω σε κπ

phrasal verb, transitive, inseparable (figurative, informal (criticize, berate) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Nancy was furious with Jane and ripped into her.
Η Νάνσι εξοργίστηκε με την Τζέιν και της την είπε.

σκίζω

phrasal verb, transitive, separable (rip to pieces)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He tore apart the green pear with his bare hands.

καταστρέφω

phrasal verb, transitive, separable (destroy)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ten years of war has torn the city apart.

συντρίβω

phrasal verb, transitive, separable (figurative (devastate emotionally) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Getting a cancer diagnosis can tear you apart.
Η διάγνωση του καρκίνου μπορεί να σε συντρίψει.

θάβω

phrasal verb, transitive, separable (figurative (give negative opinions of) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The art critic just tore apart the painting.
Ο κριτικός τέχνης μόλις έθαψε τον πίνακα.

απομακρύνω

phrasal verb, transitive, separable (informal, figurative (remove)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
That kid is so glued to the TV that it's difficult to tear her away.

κατεδαφίζω, αποσυναρμολογώ, ξεμοντάρω

phrasal verb, transitive, separable (dismantle, demolish)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The government must tear down several houses to build the highway.
Η κυβέρνηση πρέπει να κατεδαφίσει αρκετά σπίτια για να φτιάξει τον αυτοκινητόδρομο.

καταστρέφω

phrasal verb, transitive, separable (figurative (destroy)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
His cutting remarks tore down her fragile self-esteem.
Τα καυστικά του σχόλια ρήμαξαν την ευαίσθητη αυτοπεποίθησή της.

ασκώ έντονη κριτική

phrasal verb, transitive, separable (informal, figurative (criticize harshly)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

σκίζω

phrasal verb, transitive, inseparable (pull or rip out of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The story line of the drama was torn from the headlines.

μαλώνω κπ πολύ

phrasal verb, transitive, inseparable (figurative (scold [sb] harshly)

σκίζω, κόβω

phrasal verb, transitive, separable (detach by ripping)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He tore off the wrapping to discover what was inside.
Έσκισε το περιτύλιγμα για να ανακαλύψει τι ήταν μέσα.

την κάνω

phrasal verb, intransitive (informal (leave hurriedly) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The bank robbers tore off in their car.

σκίζω

phrasal verb, transitive, separable (remove by ripping)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He tore out a page from the magazine. When I see a good recipe in the newspaper, I usually tear it out.
Έσκισε μια σελίδα από το περιοδικό. Όταν βλέπω μια καλή συνταγή στην εφημερίδα, συνήθως την σκίζω.

σκίζω

phrasal verb, transitive, separable (rip to pieces)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I'm going to tear up the letter you wrote me.
Θα σκίσω το γράμμα που μου έγραψες.

βουρκώνω

phrasal verb, intransitive (informal (become teary-eyed)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
If he sings a sad song, I'm going to tear up for sure.
Εάν πει ένα στενάχωρο τραγούδι σίγουρα θα βουρκώσω.

ρολάρω

verbal expression (US, slang (go on a spree) (καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The home team went on a tear and won seven points in a row.

ρήξη του μυ

noun (injury: torn muscle)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

τρέχω

(informal (move quickly)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

χωρίζω

(literary (split, separate)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Unfaithfulness tore the couple asunder.

ξεκολλώ κπ από κτ

verbal expression (informal, figurative (remove from) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

ξεκολλώ

verbal expression (informal, figurative (remove yourself) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

ξεκολλώ από κτ

verbal expression (informal figurative (remove yourself from) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

φεύγω τρέχοντας από κτ

verbal expression (leave hurriedly) (μεταφορικά, καθομ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She was angry, so she tore away from the house.

ρινοδακρυϊκός πόρος, δακρυϊκός πόρος

noun (tube carrying tears)

The young boy's story was very moving and Oliver could feel his tear ducts filling up.

δακρυγόνα

noun (chemical: irritates the eyes)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
The cops fired tear gas into the crowd when they refused to disperse.

ανοίγω

(open package)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The children rushed to the pile of presents beneath the tree and began tearing into them.

ξεσκίζω, σκίζω

(rip apart: with nails, claws)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

σκίζω

transitive verb (open by ripping or pulling)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Kids love tearing their gifts open on Christmas morning.

σκίζω

transitive verb (literal (rip apart)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He was so angry when he read the letter he tore it to pieces.

ασκώ έντονη κριτική

transitive verb (figurative (criticize harshly) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The critics tore my performance to pieces.

σκίζω

verbal expression (informal (fabric, paper: rip to pieces)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The dog's torn my pillow to shreds. The lion tore his prey to shreds.
Το λιοντάρι ξέσκισε τη λεία του.

ασκώ έντονη κριτική

verbal expression (figurative, informal (person: criticize harshly)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The boss lost his temper and tore his secretary to shreds.
Το αφεντικό έχασε την αυτοκυριαρχία του και την είπε άσχημα στη γραμματέα του.

σπάω τους κανόνες

verbal expression (figurative (go against the rules) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

συγκινητικός

adjective (causing crying or emotion)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

που σκίζεται, που μπορεί να σκιστεί

adjective (can be torn off)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

δακρυσμένος

adjective (cheeks: wet from crying)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)

γεμάτος δάκρυα

adjective (marked from tears)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)

θερμόαιμος, θερμοκέφαλος

adjective (UK, informal (reckless) (μεταφορικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

θερμοκέφαλος

noun (UK, informal (reckless person)

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)

μελό

noun (slang, figurative (sentimental film, story) (δακρύβρεχτη ταινία)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

φυσιολογική φθορά

noun (damage caused by use)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The insurance company will pay for accidental damage, but not wear and tear.
Η ασφαλιστική εταιρεία θα πληρώσει για ζημιές από ατυχήματα, αλλά όχι για τη φυσιολογική φθορά.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του tear στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του tear

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.