Τι σημαίνει το worked στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης worked στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του worked στο Αγγλικά.

Η λέξη worked στο Αγγλικά σημαίνει εργάζομαι, δουλεύω, λειτουργώ, έχω αποτέλεσμα, χειρίζομαι, χρησιμοποιώ, δουλειά, εργασία, δουλειά, δουλειά, ενσωματώνω κτ σε κτ, έργο, εργοστάσιο, όλα τα κομφόρ, γκρίνια, δουλειά, δουλειά, δουλειά, έργο, δουλειά, έργο, έργο, έργο, εργασιακός, έργα, δουλεύω, εργάζομαι ως κτ, δουλεύω ως κτ, βολεύω, τυλίγω, πετυχαίνω, διαμορφώνω, κρατάω, δουλεύω, πείθω, αποφεύγω, κατεβάζω, περίπτωση, καθημερινότητα, όλο δουλειά, είμαι πιστοποιημένος για να εργαστώ, στη δουλειά, δουλεύω κτ, εργασία σε μπαρ, δουλειά σε μπαρ, εξέταση αίματος, το σύνολο του έργου, φιλανθρωπικό έργο, συλλογή έργων, άπαντα, εργασίες κατασκευής, κατά παραγγελία, κατά παραγγελία, με περιμένει δύσκολη δουλειά, δουλειά μιας μέρας, δουλειά γραφείου, αστυνομική έρευνα, έρευνα, χαμαλοδουλειά, βρομοδουλειά, κάνω τη βρόμικη δουλειά, κάνω φιλανθρωπικό έργο, χαμαλοδουλειά, έρευνα, στρώνομαι στη δουλειά, πάω στη δουλειά, πηγαίνω στη δουλειά, κάνω κάτι καλά, εργασία για απόφοιτους πανεπιστημίου, εργασίες μεταπτυχιακού, καλή δουλειά, εξαιρετική δουλειά, σπουδαίο έργο, μεγάλο έργο, ομαδική εργασία, αγγαρεία, με τα μούτρα στη δουλειά, σκληρή δουλειά, κτ που θέλει κόπο, εν ώρα εργασίας, εργασία με το κομμάτι, συνεχίζω έτσι, εργαστηριακή έρευνα, επιστημονική έρευνα, αντικείμενο με δικτυωτό σχέδιο, αντικείμενο με σχέδιο πλέγματος, έργο ζωής, τομέας εργασίας, κλάδος εργασίας, λογοτεχνικό έργο, πλασματική εργασία, εκτελούνται έργα, μωσαϊκό, μωσαϊκό, παλιάνθρωπος, Μπράβο!, ωραία δουλειά, καλή δουλειά, εκτός εργασίας, άνεργος, εκκρεμής εργασία, σε τεύχη, έργο, εργασία με αμοιβή κατ' αποκοπήν, χώρος εργασίας, εργασία έργου, αναθέτω μια εργασία σε κπ, χρησιμοποιώ, βιβλίο, επιστρέφω στη δουλειά, επιστρέφω στην εργασία, επιστρέφω στη δουλειά, επιστρέφω στην εργασία, προσχέδιο, χειρωνακτική εργασία, διάβασμα, αντικείμενο εργασίας, πεδίο εργασίας, αρχίζω τη δουλειά, βάζω κπ να κάνει μια δουλειά, κάνω κπ να κάνει μια δουλειά, εκ περιτροπής εργασία, κοινωφελές έργο, προσδιορισμός σύμβασης, κουραστική δουλειά, προσωρινή θέση απασχόλησης, ξυλοκατασκευή, που δεν είναι σε θέση να εργαστεί, εθελοντική εργασία, εθελοντική εργασία, κοινωνική πρόνοια, γυναικεία δουλειά, αντιτίθεμαι σε κτ, γραφείο εύρεσης εργασίας, χώρος εργασίας, συνεργάζομαι, προσπαθώ, βάζω τα δυνατά μου, εργάζομαι αντίστροφα, στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, πιστοποιητικό εργασίας, όπως παραπάνω, ρούχα εργασίας, συνθήκες εργασίας, προσωπικό, εργάσιμη ημέρα, εργασιακό ήθος. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης worked

εργάζομαι

intransitive verb (be employed)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
He works at the bank.
Δουλεύει στην τράπεζα.

δουλεύω

intransitive verb (toil)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
He worked into the night.
Δούλευε μέχρι αργά τη νύχτα.

λειτουργώ

intransitive verb (function)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Does the car work?
Δουλεύει αυτό το αυτοκίνητο;

έχω αποτέλεσμα

intransitive verb (be useful, effectual)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Did the medicine work?
Έπιασε αυτό το φάρμακο;

χειρίζομαι, χρησιμοποιώ

transitive verb (machine: operate)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Do you know how to work this machine?
Ξέρεις να δουλεύεις αυτό το μηχάνημα;

δουλειά

noun (uncountable (occupation)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
What is your work? I'm a dentist.
Ποιο είναι το επάγγελμά σου; Εγώ είμαι οδοντίατρος.

εργασία

noun (uncountable (employment)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The bank provides work for many people.
Η τράπεζα δίνει δουλειά σε πολλούς ανθρώπους.

δουλειά

noun (uncountable (effort)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
His work on the car was worth the result.
Η δουλειά που έκανε στο αυτοκίνητο άξιζε τον κόπο.

δουλειά

noun (uncountable (toil)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
An apple picker does exhausting work, from sunrise until dusk.
Οι εργάτες που μαζεύουν μήλα κάνουν εξαντλητική δουλειά, από το πρωί ως το βράδυ.

ενσωματώνω κτ σε κτ

(knead, massage [sth] into [sth])

έργο

plural noun (art, literature, music: achievements)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The author's poems are his most overlooked works.

εργοστάσιο

plural noun (factory)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Most of the menfolk were employed at the town's works.

όλα τα κομφόρ

expression (informal (everything)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He dreamed of buying a shiny new car with the works.

γκρίνια

expression (informal (unpleasant treatment)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
She forgot his birthday, and he gave her the works.
Ξέχασε τα γενέθλιά του και την άρχισε στην γκρίνια.

δουλειά

noun (uncountable (type of task)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I don't like this work. Can I do something different?
Δεν μου αρέσει αυτή η δουλειά. Μπορώ να κάνω κάτι άλλο;

δουλειά

noun (office, place of work)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
This is his work. Yes, that building.
Εδώ είναι η δουλειά του. Ναι, σε αυτό το κτίριο.

δουλειά

noun (activity)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He is doing some work or other in the shop.

έργο

noun (objects on which work is done)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The art students took their work to the benches.

δουλειά

noun (product of labour)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The work was obviously well done.
Η δουλειά προφανώς είχε γίνει καλά.

έργο

noun (building)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The tunnel is an impressive work of engineering.

έργο

noun (physics: force times distance)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
In physics, work deals with transference of energy.

έργο

noun (product of artist)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Many think Beethoven's Ninth is his greatest work. I have the complete works of Dickens in my library.

εργασιακός

noun as adjective (of, concerning work)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
He got a work permit in July.
Πήρε άδεια εργασίας τον Ιούλιο.

έργα

plural noun (construction)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

δουλεύω

intransitive verb (with adverb or noun phrase)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
We'll have to work late to finish this project. Sheila's been working extra hours to pay off her debts.

εργάζομαι ως κτ, δουλεύω ως κτ

(make a living as)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Right now I am working as a waitress in a cocktail bar, but I want to be an actress.

βολεύω

(informal (be OK with [sb])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I could meet you at 2 pm on Wednesday; does that work for you?

τυλίγω

transitive verb (contort)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She worked the wire into a loop.

πετυχαίνω

transitive verb (accomplish)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She worked a change in the texture of the dough.

διαμορφώνω

transitive verb (fashion by work)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The carpenter works the pieces into a table.

κρατάω

transitive verb (keep at work)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The boss worked them until late into the night.

δουλεύω

transitive verb (land, be a farmer)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The farmer worked the land.

πείθω

transitive verb (persuade)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The minister worked the congregation into an exultant state.

αποφεύγω

phrasal verb, transitive, inseparable (avoid, bypass)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They worked around the software bug by eliminating some features.

κατεβάζω

phrasal verb, transitive, separable (negotiate lower price)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
After negotiating for fifteen minutes, Sam worked the price down to $200.

περίπτωση

noun (US, figurative, informal (unusual character, individual) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

καθημερινότητα

expression (informal, figurative (routine activity)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
There's no need to thank me - it's all in a day's work for me.

όλο δουλειά

noun (working all the time, overwork)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

είμαι πιστοποιημένος για να εργαστώ

verbal expression (be permitted, qualified to do a job)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

στη δουλειά

adverb (at your workplace)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Bob never checks his personal email at work.
Ο Μπομπ ποτέ δεν ελέγχει τα προσωπικά του email στη δουλειά.

δουλεύω κτ

adjective (working on)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The show is a great success, and its writers are already at work on the second season.
Η σειρά έγινε μεγάλη επιτυχία και οι σεναριογράφοι δουλεύουν ήδη τον δεύτερο κύκλο.

εργασία σε μπαρ, δουλειά σε μπαρ

noun (job at a bar, pub, etc.)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

εξέταση αίματος

noun (blood test)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A yearly physical examination typically includes blood work.

το σύνολο του έργου

noun (all of [sb]'s creations)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The author's body of work spanned six decades.

φιλανθρωπικό έργο

noun (work done for charitable cause)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She does charity work, mostly for the orphans' home.

συλλογή έργων

plural noun (anthology)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

άπαντα

plural noun (everything by an author)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
This volume contains the entire collected works of Coleridge.

εργασίες κατασκευής

noun (building)

The street will be blocked off for two months because of the construction work.

κατά παραγγελία

noun ([sth] tailor-made, made to order)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The motorcyclists admired all the custom work on the bikes parked outside the bar.

κατά παραγγελία

noun (bespoke, personalized service)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

με περιμένει δύσκολη δουλειά

verbal expression (informal, figurative (have a hard task ahead)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The house Joe and Maggie have bought needs a lot of renovation; they certainly have their work cut out for them.

δουλειά μιας μέρας

noun (literal (work done in one day) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
It will take one more day's work to finish the job.

δουλειά γραφείου

noun (work done at a desk)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Tony doesn't like working in an office because there's too much deskwork.

αστυνομική έρευνα

noun (police investigation) (κυριολεκτικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
All their detective work finally paid off when the murderer was arrested.
Η αστυνομική έρευνα απέδωσε τελικά καρπούς όταν συνελήφθη ο δολοφόνος.

έρευνα

noun (figurative (research)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I did a little detective work to find out why my mail hadn't been delivered in three days.
Έκανα μια μικρή έρευνα, προκειμένου να διαπιστώσω γιατί πέρασαν τρεις μέρες χωρίς να παραδοθούν όσα είχα στείλει ταχυδρομικώς.

χαμαλοδουλειά

noun (figurative (unpleasant task) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He was sick and tired of doing all her dirty work for her.

βρομοδουλειά

noun (figurative (immoral or illegal action) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The mob boss hired goons to handle his dirty work.
Το αφεντικό της συμμορίας προσέλαβε μερικούς τραμπούκους, για να κάνουν τις βρομοδουλειές του.

κάνω τη βρόμικη δουλειά

verbal expression (figurative, slang (perform a disagreeable task)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She no longer had servants to do the dirty work for her.

κάνω φιλανθρωπικό έργο

verbal expression (volunteer)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

χαμαλοδουλειά

(informal, figurative (tedious work) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

έρευνα

noun (research carried out on site)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Smithers is in the Amazon doing field work on endangered species. Her fieldwork confirmed her academic theory about economic development.

στρώνομαι στη δουλειά

verbal expression (start now) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We need to get down to business if we hope to finish this today.

πάω στη δουλειά, πηγαίνω στη δουλειά

verbal expression (travel to workplace)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I prefer to go to work early before the traffic gets heavy.

κάνω κάτι καλά

verbal expression (figurative, informal (do [sth] thoroughly) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The artist has really gone to work on this mural; it's huge and very detailed.
Ο καλλιτέχνης έκανε καλά την τοιχογραφία· είναι τεράστια και με λεπτομέρειες.

εργασία για απόφοιτους πανεπιστημίου

noun (employment for [sb] with a degree)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

εργασίες μεταπτυχιακού

noun (US (graduate school studies)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

καλή δουλειά, εξαιρετική δουλειά

noun (job: done well)

Her boss congratulated Chloe on her great work.

σπουδαίο έργο, μεγάλο έργο

noun (art: masterpiece)

The Great Gatsby is one of the great works of American literature.

ομαδική εργασία

(sociology)

αγγαρεία

noun (repetitious work)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

με τα μούτρα στη δουλειά

adjective (working hard) (μτφ, καθομιλουμένη)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Miguel was hard at work doing his history project.

σκληρή δουλειά

noun (great effort)

We would like to commend you on your hard work for the company over the years.

κτ που θέλει κόπο

noun (informal ([sth]: requires effort)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Riding a bike uphill is hard work.
Το να πηγαίνεις με ποδήλατο σε ανηφόρα θέλει κόπο.

εν ώρα εργασίας

adjective (occurring while [sb] is employed)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

εργασία με το κομμάτι

noun (paid by job, not hour)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

συνεχίζω έτσι

verbal expression (expressing approval) (επιδοκιμασίας)

My teacher told me to keep up the good work after I scored 100% in the exam.

εργαστηριακή έρευνα

noun (abbr (research done in a laboratory)

επιστημονική έρευνα

noun (scientific research done in a laboratory)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I'd like to find some laboratory work during the summer holidays.

αντικείμενο με δικτυωτό σχέδιο, αντικείμενο με σχέδιο πλέγματος

noun ([sth] with a crisscross design)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

έργο ζωής

noun (one's main endeavour)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

τομέας εργασίας, κλάδος εργασίας

noun (profession, trade: field)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Police officers regularly have to deal with danger in their line of work.

λογοτεχνικό έργο

noun (high-quality fiction or poetry)

πλασματική εργασία

noun (uncountable (task to keep [sb] from being idle)

εκτελούνται έργα

noun (written (roadworks sign) (πινακίδα)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μωσαϊκό

noun (uncountable (creating art with small pieces)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

μωσαϊκό

noun (countable (artwork made of small pieces)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

παλιάνθρωπος

noun (UK, informal, figurative (malicious person)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
That woman is a nasty piece of work.

Μπράβο!

interjection (informal (used to praise [sth] made or done)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
Nice work! You did a better job than I would have and faster as well.

ωραία δουλειά, καλή δουλειά

noun (informal, figurative ([sth] easy and lucrative)

She can study while she works at the box office and she gets into shows free -- nice work!

εκτός εργασίας

adverb (not at work)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

άνεργος

adjective (jobless)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The closing of the tin mines left many men out of work.
Το κλείσιμο των ορυχείων κασσίτερου δημιούργησε πολλούς ανέργους.

εκκρεμής εργασία

noun (task or job still to be done)

I can't play golf on Friday; I still have a lot of outstanding work to do.

σε τεύχη

noun (magazine series)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The novel was originally published as a part work.

έργο

noun (literal ([sth] made or done)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

εργασία με αμοιβή κατ' αποκοπήν

noun (work paid by the unit)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

χώρος εργασίας

noun (workplace)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

εργασία έργου

noun (done for a specific task)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The students will be doing project work in their class this afternoon.

αναθέτω μια εργασία σε κπ

verbal expression (give a job, task to)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

χρησιμοποιώ

verbal expression (use)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Good investors say you should put your money to work if you want to make even more money.

βιβλίο

noun (book consulted for information)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The Encyclopædia Britannica is a serious reference work.

επιστρέφω στη δουλειά, επιστρέφω στην εργασία

verbal expression (go back to one's job after a holiday)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

επιστρέφω στη δουλειά, επιστρέφω στην εργασία

verbal expression (go back into employment)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
My sister retired three years ago, but she has returned to work.

προσχέδιο

noun (preliminary draft)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

χειρωνακτική εργασία

noun (physical work)

διάβασμα

noun (studies done at or for school)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

αντικείμενο εργασίας, πεδίο εργασίας

noun (nature and extent of a job or task)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The scope of work for a project should specify precisely what work will be done.

αρχίζω τη δουλειά

verbal expression (start doing [sth])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He set to work as soon as he was given the new task.

βάζω κπ να κάνει μια δουλειά, κάνω κπ να κάνει μια δουλειά

verbal expression (cause to start doing [sth])

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The manager set the new employee to work filing invoices.

εκ περιτροπής εργασία

noun (work done in rotating periods)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κοινωφελές έργο

noun (assistance to local community)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

προσδιορισμός σύμβασης

noun (document stating scope of a job or task)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

κουραστική δουλειά

noun (laborious task)

προσωρινή θέση απασχόλησης

noun (employment on short-term contract)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Temporary work is particularly common amongst young people.

ξυλοκατασκευή

noun (wooden structure)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Over all the house was well-built but there were one or two problems with the timber work.

που δεν είναι σε θέση να εργαστεί

adjective (incapable of doing a job)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Until he brings in a written statement from his doctor, we have to consider him unfit for work.

εθελοντική εργασία

noun (unpaid employment for a cause)

εθελοντική εργασία

noun (unpaid employment for a cause)

κοινωνική πρόνοια

noun (social services)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

γυναικεία δουλειά

noun (controversial! (household chores and child-rearing) (πιθανά προσβλητικό)

αντιτίθεμαι σε κτ

verbal expression (be detrimental to)

γραφείο εύρεσης εργασίας

noun (recruitment consultant)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

χώρος εργασίας

noun (environment in which a job is done)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

συνεργάζομαι

verbal expression (co-operate)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
If we work as a team we'll finish much sooner.

προσπαθώ, βάζω τα δυνατά μου

transitive verb (put great effort into)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
We are currently working at finding ways to become more environmentally friendly.

εργάζομαι αντίστροφα

intransitive verb (do [sth] in reverse)

στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας

noun (enforced labour camp)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Under Stalin's regime, political prisoners were sent to work camps.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Οι εθελοντές που συμμετέχουν στις κατασκηνώσεις εργασίας βοηθούν τα μέλη μιας αγροτικής κοινότητας σε διάφορες τοπικές εργασίες.

πιστοποιητικό εργασίας

noun (document: proof of job experience)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

όπως παραπάνω

noun (bibliography: quoted text)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
My English teacher always wants a work cited page, and I never know how to do one.

ρούχα εργασίας

plural noun (clothing worn to job)

συνθήκες εργασίας

plural noun (employment terms)

προσωπικό

noun (team)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

εργάσιμη ημέρα

noun (working or office hours)

εργασιακό ήθος

noun (belief in working hard)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He has a very strong work ethic, sometimes to the detriment of his family life.
Έχει πολύ ανεπτυγμένο εργασιακό ήθος, το οποίο κάποιες φορές είναι επιζήμιο για την οικογενειακή του ζωή.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του worked στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του worked

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.