Τι σημαίνει το world στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης world στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του world στο Αγγλικά.

Η λέξη world στο Αγγλικά σημαίνει ο κόσμος, ο κόσμος, κόσμος, κόσμος, κόσμος, κόσμος, κόσμος, νέα εμπειρία, τεράστιος, σε όλο τον κόσμο, σε όλη την γη, σ' όλο τον κόσμο, παντού, όσο χρόνο χρειαστεί, αρχαίος κόσμος, ανά τον κόσμο, σε όλο τον κόσμο, τον γύρο του κόσμου, ουρανός, παράδεισος, έρχομαι στον κόσμο, γεννιέμαι, στα μέρη μου, εταιρικός κόσμος, επιχειρηματικός κόσμος, ξερός, αναπτυσσόμενος κόσμος, ονειρικός κόσμος, πρώτος κόσμος, του πρώτου κόσμου, με τίποτα, ελεύθερος κόσμος, σε όλο τον κόσμο, σε όλο τον κόσμο, στον κόσμο σου, Λατινική Αμερική, υλικός κόσμος, φυσικός κόσμος, νέοσ κόσμος, από άλλον κόσμο, που δεν ανήκει σε αυτό τον κόσμο, Παλαιός Κόσμος, της παλιάς εποχής, του Παλαιού Κόσμου, είμαι στον έβδομο ουρανό, πετάω στα σύννεφα, απίστευτος, εκτός πραγματικότητας, φυσικός κόσμος, φυσικός κόσμος, πραγματική ζωή, η κορυφή του κόσμου, Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, μικρός κόσμος, ο κόσμος των πνευμάτων, κάνω θραύση, Παλαιός Κόσμος, ο ευρύτερος κόσμος, Ο κόσμος σου ανοίγεται., σκέφτομαι τα καλύτερα για, ο Τρίτος Κόσμος, του Τρίτου Κόσμου, αναπτυσσόμενη χώρα, παγκοσμίως, σε όλο τον κόσμο, Καλώς ήρθες στον κλαμπ!, Π.Ο.Υ., εκλεπτυσμένη γυναίκα, θαύμα του κόσμου, κόσμος της εργασίας, Παγκόσμια Τράπεζα, παγκόσμιος πρωταθλητής, παγκόσμια πρωταθλήτρια, παγκόσμιοι πρωταθλητές, παγκόσμιο πρωτάθλημα, Παγκόσμιο Κύπελλο, παγκοσμίως γνωστός, Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, παγκόσμια κληρονομιά, παγκόσμια ιστορία, πείνα στον κόσμο, πείνα στον πλανήτη, παγκόσμια γλώσσα, παγκόσμια γλώσσα, παγκόσμιος ηγέτης, ηγέτης του κόσμου, ηγέτης του πλανήτη, παγκόσμιος χάρτης, μουσική του κόσμου, παγκόσμια ειρήνη, παγκόσμια δύναμη, παγκόσμια πρεμιέρα, παγκόσμιο ρεκόρ, σειρά πρωταθλημάτων μπέιζμπολ, μέλλον, Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου, κοσμοθεωρία, παγκόσμιος πόλεμος, διαδίκτυο, παντοτεινά, για πάντα, ο κορυφαίος στο είδος του, ο καλύτερος του κόσμου, παγκοσμίου επιπέδου, παγκόσμιας κλάσης, ο κορυφαίος παγκοσμίως, ο κορυφαίος στον κόσμο, κάτοχος παγκοσμίου ρεκόρ, διεθνώς αναγνωρισμένος, κοσμοϊστορικός, κούραση, παραίτηση, βαριεστημένος, παραιτημένος, διεθνής έκθεση, παγκόσμιος, παγκοσμίως, παγκόσμια, ΠΟΕ, WWF, παγκόσμιος ιστός. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης world

ο κόσμος

noun (planet Earth)

The world's environment is fragile.
Το περιβάλλον του πλανήτη μας είναι ευπαθές.

ο κόσμος

noun (humanity, society)

The world will not survive a nuclear war.
Η ανθρωπότητα δεν θα επιβιώσει από έναν πυρηνικό πόλεμο.

κόσμος

noun (figurative (group of people) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The art world is a strange place.
Ο κόσμος της τέχνης είναι παράξενος.

κόσμος

noun (celestial body)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Astronomers have discovered a new world beyond Pluto.
Οι αστρονόμοι ανακάλυψαν έναν νέο κόσμο πέρα από τον Πλούτωνα.

κόσμος

noun (realm)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The animal world has different rules.
Το βασίλειο των ζώων διέπεται από διαφορετικούς κανόνες.

κόσμος

noun (era)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
There were no computers in the ancient world.
Δεν υπήρχαν υπολογιστές στον αρχαίο κόσμο.

κόσμος

noun (figurative (everybody, the public)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
There will be a scandal when the world hears about this.

νέα εμπειρία

noun (figurative (unfamiliar experience)

Retirement is certainly a whole new world; there's so much to get used to.
Η σύνταξη είναι μεγάλη αλλαγή, είναι πολλά αυτά που πρέπει να συνηθίσει κανείς.

τεράστιος

noun (figurative (a great amount of [sth])

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
There is a world of difference between their politics.

σε όλο τον κόσμο, σε όλη την γη

adverb (all over the Earth)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
It sure would be nice if peace broke out across the world for a change.

σ' όλο τον κόσμο

expression (in many countries)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Santa Claus is known all over the world.
Ο Αη Βασίλης είναι γνωστός σ' όλο τον κόσμο.

παντού

adverb (figurative (everywhere)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Luke had searched all over the world, but there was no sign of Naomi.
Ο Λουκ είχε ψάξει παντού, αλλά δεν υπήρχε πουθενά ίχνος της Ναόμι.

όσο χρόνο χρειαστεί

noun (figurative (as much time as needed)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αρχαίος κόσμος

noun (civilization of the distant past)

Many people of the ancient world had no notion of an alphabet.

ανά τον κόσμο, σε όλο τον κόσμο

adverb (in many countries)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The Internet allows people around the world to share information.
Το διαδίκτυο επιτρέπει στους ανθρώπους ανά τον κόσμο να μοιραστούν πληροφορίες.

τον γύρο του κόσμου

adverb (circumnavigating the world)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Ferdinand Magellan's ship sailed around the world in the 1500s.
Το πλοίο του Φερδινάνδου Μαγγελάνου έκανε τον γύρο του κόσμου τη δεκαετία του 1500.

ουρανός, παράδεισος

noun (heaven)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
After her husband's death, Rachel took comfort in the idea that he had gone to a better world.

έρχομαι στον κόσμο, γεννιέμαι

verbal expression (person: be born)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He came into the world kicking and screaming just like the rest of us.

στα μέρη μου

noun (geographic area)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I hope all is well in your corner of the world.
Ελπίζω να είναι όλα καλά στα μέρη σου.

εταιρικός κόσμος, επιχειρηματικός κόσμος

noun (realm of business)

ξερός

adjective (slang, figurative (asleep) (μεταφορικά: βαθύς ύπνος)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Once he is asleep he is dead to the world: we can make noise if we want.

αναπτυσσόμενος κόσμος

noun (Third World: poor countries)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

ονειρικός κόσμος

noun (idealization, fantasy)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
In my dream world I'm as young and healthy as I was 30 years ago.
Στον ονειρικό κόσμο μου είμαι όσο νέος και υγιής ήμουν 30 χρόνια πριν.

πρώτος κόσμος

noun (potentially offensive (industrialized non-Communist countries)

του πρώτου κόσμου

adjective (potentially offensive (pertaining to the First World)

με τίποτα

expression (for any amount of money)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Of course I'll come and see your play; I wouldn't miss it for the world.

ελεύθερος κόσμος

noun (democratic nations)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The Cold war divided the world into two halves: the free world and the communist world.

σε όλο τον κόσμο

adverb (anywhere on earth)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
If you could go anywhere in the whole wide world, where would you go first?

σε όλο τον κόσμο

adverb (anywhere on earth)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
There's nowhere in the world I'd rather be than right here with you.

στον κόσμο σου

adjective (informal, figurative (oblivious to others) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Λατινική Αμερική

noun (Latin America)

Spanish as spoken in the Latin world differs from the Spanish spoken in Spain.
Τα ισπανικά που μιλάνε στη Λατινική Αμερική διαφέρουν από τα ισπανικά της Ισπανίας.

υλικός κόσμος

noun (physical world)

Africans do not distinguish the material world from the spiritual world.

φυσικός κόσμος

noun (nature, life on earth)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Animals, plants, and insects are all part of the natural world.

νέοσ κόσμος

noun (unfamiliar environment or experience)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
After the company was sold, his workplace seemed like a new world to him.

από άλλον κόσμο

adjective (otherworldly)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ghosts and goblins are not of this world.

που δεν ανήκει σε αυτό τον κόσμο

adjective ([sb]; engrossed by spiritual matters) (μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ruth is not of this world, and refuses to compromise her religious convictions.

Παλαιός Κόσμος

noun as adjective (historical (relating to Europe, Africa, and Asia)

της παλιάς εποχής

adjective (quaint, old-fashioned)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

του Παλαιού Κόσμου

adjective (of ancient times)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

είμαι στον έβδομο ουρανό, πετάω στα σύννεφα

expression (figurative (be very happy) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The day his daughter was born, the new father felt on top of the world.

απίστευτος

adjective (dated, slang (excellent) (καθομιλουμένη)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The pizza at that shop is out of this world!
Η πίτσα σ' αυτό το μαγαζί είναι απίστευτη!

εκτός πραγματικότητας

adjective (figurative, informal (unrealistic)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Politicians who think they can cut public services and retain popularity are obviously out of touch with the real world.
Οι πολιτικοί που πιστεύουν ότι μπορούν να υποβιβάσουν τις δημόσιες υπηρεσίες και να διατηρήσουν τη δημοφιλία τους βρίσκονται προφανώς εκτός πραγματικότητας.

φυσικός κόσμος

noun (geography of planet Earth)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

φυσικός κόσμος

noun (all that is material, not spiritual)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

πραγματική ζωή

noun (reality)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
People are less friendly in the real world than they are on the internet.

η κορυφή του κόσμου

noun (figurative (Himalayas) (μεταφορικά)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος

noun (international conflict of 1939-1945)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
The Second World War began on 3rd September 1939.

μικρός κόσμος

noun (theory of interconnectedness)

ο κόσμος των πνευμάτων

noun (supernatural dimension)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
They all believed that their ancestors still existed in a spirit world.

κάνω θραύση

verbal expression (figurative (be a sudden success) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Παλαιός Κόσμος

noun (Europe, Africa and Asia collectively)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The Americas have been settled by waves of people from the Old World.

ο ευρύτερος κόσμος

noun (society at large, world in general)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

Ο κόσμος σου ανοίγεται.

expression (figurative (You can have or achieve anything.)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

σκέφτομαι τα καλύτερα για

transitive verb (informal (adore or admire greatly)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He thinks the world of his children.

ο Τρίτος Κόσμος

noun (poor, developing countries)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
People in rich countries don't do enough to help people in the Third World.

του Τρίτου Κόσμου

noun as adjective (of, in developing countries)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αναπτυσσόμενη χώρα

noun (nation: poor, developing)

παγκοσμίως, σε όλο τον κόσμο

adverb (all over the world)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Prices of basic foodstuffs have risen throughout the world.

Καλώς ήρθες στον κλαμπ!

interjection (informal, figurative (expressing familiarity with an experience) (μεταφορικά, καθομ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Π.Ο.Υ.

noun (initialism (World Health Organization) (αρκτικόλεξο)

(ουσιαστικό αρσενικό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μασέρ, αντικέρ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
The WHO recommends that you eat vegetables.
Ο Π.Ο.Υ. συνιστά να τρώμε λαχανικά.

εκλεπτυσμένη γυναίκα

noun (sophisticated woman)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
My Aunt Charlotte was really a woman of the world.

θαύμα του κόσμου

noun (often plural (ancient landmark or feature)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

κόσμος της εργασίας

noun (employment)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

Παγκόσμια Τράπεζα

noun (international financial institution)

παγκόσμιος πρωταθλητής, παγκόσμια πρωταθλήτρια

noun (top winner worldwide)

παγκόσμιοι πρωταθλητές

plural noun (winning team in an international competition)

παγκόσμιο πρωτάθλημα

noun (sport: top competition)

Παγκόσμιο Κύπελλο

noun (soccer championship)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The 2014 World Cup was held in Brazil.
Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014 έγινε στη Βραζιλία.

παγκοσμίως γνωστός

adjective (known everywhere)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Amsterdam is world famous for its canals and coffee shops. The Eiffel Tower is a world-famous monument.

Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας

noun (UN agency)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

παγκόσμια κληρονομιά

noun (preservation of culture)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Stonehenge is a World Heritage site.

παγκόσμια ιστορία

noun (past events around the world)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I'm currently reading a book about medieval times, an important period in world history.

πείνα στον κόσμο, πείνα στον πλανήτη

noun (famine around the world)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

παγκόσμια γλώσσα

noun (language used in many countries)

παγκόσμια γλώσσα

noun (created language for worldwide use)

παγκόσμιος ηγέτης

noun ([sth] that is the best internationally) (πρώτος στον κόσμο)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

ηγέτης του κόσμου, ηγέτης του πλανήτη

noun (head of state or national government) (αρχηγός κράτους)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

παγκόσμιος χάρτης

noun (map of the Earth)

μουσική του κόσμου

noun (traditional musical form of a country)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

παγκόσμια ειρήνη

noun (end to all armed conflict)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

παγκόσμια δύναμη

noun (nation with economic and military strength)

παγκόσμια πρεμιέρα

noun (first showing: of a film, etc.)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

παγκόσμιο ρεκόρ

noun (international best)

σειρά πρωταθλημάτων μπέιζμπολ

noun (baseball championship)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The New York Yankees won the 2009 World Series.

μέλλον

noun (future)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου

noun (US (New York: business district) (περιοχή Νέας Υόρκης)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

κοσμοθεωρία

noun (outlook, mindset)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
His worldview's much more optimistic than mine.

παγκόσμιος πόλεμος

noun (large-scale international conflict)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Government officials are doing all they can to prevent a world war.

διαδίκτυο

noun (internet, the Net)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The World Wide Web was developed as a way of sharing research papers.

παντοτεινά, για πάντα

adverb (literary (forever)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

ο κορυφαίος στο είδος του, ο καλύτερος του κόσμου

noun (best in the world)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

παγκοσμίου επιπέδου, παγκόσμιας κλάσης

adjective (of highest quality)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Itzhak Perlman is a world-class violinist.

ο κορυφαίος παγκοσμίως, ο κορυφαίος στον κόσμο

adjective (best worldwide)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)

κάτοχος παγκοσμίου ρεκόρ

noun (current international champion)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.)
To win the race she'll have to beat the current world-record holder.

διεθνώς αναγνωρισμένος

adjective (famous all over the world)

κοσμοϊστορικός

adjective (momentous)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

κούραση, παραίτηση

noun (cynical and experienced) (λόγω μακράς εμπειρίας)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

βαριεστημένος, παραιτημένος

adjective (tired of the world)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)

διεθνής έκθεση

noun (international event)

παγκόσμιος

adjective (spanning the world)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The worldwide shortage of rare metals is a threat to manufacturing.
Η παγκόσμια έλλειψη σπανίων μετάλλων απειλεί τη βιομηχανική παραγωγή.

παγκοσμίως, παγκόσμια

adverb (all over the world)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Gus has travelled worldwide and has friends everywhere.
Έχει ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και έχει φίλους παντού.

ΠΟΕ

noun (initialism (World Trade Organization) (συντομογραφία)

(ουσιαστικό αρσενικό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μασέρ, αντικέρ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Trade Ministers from the 149 member states of the WTO met in Hong Kong.

WWF

noun (initialism (World Wide Fund for Nature)

(ουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

παγκόσμιος ιστός

noun (written, initialism (World Wide Web)

Tim Berners-Lee was the inventor of the WWW.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του world στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του world

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.