Τι σημαίνει το word στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης word στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του word στο Αγγλικά.

Η λέξη word στο Αγγλικά σημαίνει λέξη, λόγος, λέω, εκφράζω, λόγια, λόγια, στίχοι, φήμες, νέα, κουβέντα, εντολή, συνθηματικό, Λόγος, ευαγγέλλιο, λόγια, μια συμβουλή, συμβουλή, λέξη που έχει γίνει καραμέλα, από στόμα σε στόμα, κωδική/κωδικοποιημένη λέξη, σύνθημα, συνθηματικό, συνθηματικό, σύνθετη λέξη, λέξη περιεχομένου, βρισιά, παλιοκουβέντα, δυσλεξία, κενές λέξεις, μαμώτο, βρισιά, από την πρώτη στιγμή, γενικόλογα, αρθρώνω λέξη, διαδίδω, ανακοινώνω, δίνω το λόγο μου, δίνω το λόγο μου ότι, δίνω το λόγο μου πως, δεν κρατάω το λόγο μου, λέξη-οδηγός, μιλάω με κπ, συζητώ κτ με κτ, μιλάω με κπ για κτ, έχω τον τελευταίο λόγο, βγαίνω κερδισμένος, που έχει μπει στην καθημερινότητά μου, με μία λέξη, μονολεκτικά, με λόγια και με πράξεις, κρατάω το λόγο μου, κρατώ το λόγο μου, τηρώ το λόγο μου, λέξη κλειδί, λέξη-κλειδί, κωδικός, λέξη κλειδί, λέξη-κλειδί, καλός λόγος, κατακλείδα, τελευταία λέξη, τελευταία λέξη, δάνειο, κπ που κρατάει το λόγο του, τσιμουδιά, σου δίνω τον λόγο μου!, σας δίνω τον λόγο μου!, Θεέ μου!, δεν λέω κουβέντα, μένω σιωπηλός, δεν αποκαλύπτω τίποτα, δεν βγάζω μιλιά, δεν μου παίρνουν κουβέντα, λίγα λόγια, λέω μια καλή κουβέντα για κπ/κτ, λέω έναν καλό λόγο για κπ/κτ, ριζική λέξη, δίνω το ΟΚ, δίνω οδηγίες, ζητώ βοήθεια, στέλνω μήνυμα, συνδετική λέξη, διαδίδω τα νέα, βρισιά, πιστεύω, πιστέυω, η τελευταία λέξη, η τελευταία λέξη του, χωρίς να πω μια λέξη, χωρίς ούτε μια λέξη, λεκτικός συνειρμός, αριθμός λέξεων, λέξη προς λέξημ αυτολεξεί, επί λέξει, λεκτική μορφή, παιχνίδι λέξεων, συμβουλή, παραίνεση, επεξήγηση, εξήγηση, ο λόγος της τιμής μου, -, η σειρά των λέξεων, λεκτική απεικόνιση, ηλεκτρονική επεξεργασία κειμένου, επεξεργαστής κειμένου, ασυναρτησίες, παιχνίδι αναγραμματισμού λέξεων, κρυπτόλεξο, τόνος, γεια στο στόμα σου, ν' αγιάσει το στόμα σου, αναδίπλωση λέξεων, από στόµα σε στόµα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης word

λέξη

noun (linguistic unit)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
This sentence has five words.
Αυτή η πρόταση έχει έξι λέξεις.

λόγος

noun (promise)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
He gave his word that he would fix the problem by Friday.
Μου έδωσε το λόγο του ότι θα έλυνε το πρόβλημα μέχρι την Παρασκευή.

λέω, εκφράζω

transitive verb (phrase)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
You should word it differently so he doesn't get upset.
Να το πεις (or: εκφράσεις) διαφορετικά για να μην αναστατωθεί.

λόγια

plural noun (angry conversation) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
They exchanged words, and he left very upset.
Αντάλλαξαν λόγια και έφυγε πολύ αναστατωμένος.

λόγια

plural noun (empty talk, not action)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Words are not enough. You have to do something about it.
Τα λόγια δεν αρκούν. Πρέπει να κάνεις κάτι για αυτό.

στίχοι

plural noun (lyrics: of a song)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Have you listened closely to the words of this song?
Έχεις ακούσει προσεκτικά τους στίχους αυτού του τραγουδιού;

φήμες

noun (rumour)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Did you hear the word about Jack and Jill?

νέα

noun (news)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Have you heard any word from your brother lately?
Είχες νέα από τον αδερφό σου τελευταία;

κουβέντα

noun (informal (brief conversation)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Let me go have a word with him about the loud music.
Θα πάω να του πω δυο λόγια για τη δυνατή μουσική.

εντολή

noun (command)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
You better follow your father's words.

συνθηματικό

noun (password)

You need to give the word, or we cannot open the door for you.

Λόγος

noun (divine wisdom)

You can read the Word of God in the Bible.

ευαγγέλλιο

noun (gospel)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
That is the Word according to John.

λόγια

plural noun (discourse)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
The doctor's words failed to comfort her.

μια συμβουλή

interjection (I warn or recommend the following)

Just a word of advice -- don't plant peas in Wisconsin in March, whatever the books may say!

συμβουλή

noun (colloquial (giving warning, advice)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A word to the wise: do not visit this neighborhood alone after dark.
Μια συμβουλή: Μην πας μόνος σου σε αυτή την γειτονιά όταν σκοτεινιάσει.

λέξη που έχει γίνει καραμέλα

noun (trendy term) (μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The paper's headlines are full of buzzwords but contain almost no real content at all.

από στόμα σε στόμα

adverb (from what others say)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

κωδική/κωδικοποιημένη λέξη

noun (word: to break a code)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

σύνθημα, συνθηματικό

noun (password)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Ali Baba used the code word "open sesame" to open the door to a cave filled with untold riches.

συνθηματικό

noun (figurative (disguised reference)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A code word like "code red" is used in hospitals to alert the staff of a fire without causing alarm to the patients.

σύνθετη λέξη

noun (made up of two words)

'Handbag' is a compound word formed by joining 'hand' and 'bag'.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το «μεγαλοβιομήχανος» είναι σύνθετη λέξη. Αποτελείται από ένα επίθετο και ένα ουσιαστικό.

λέξη περιεχομένου

(linguistics) (γλωσσολογία)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

βρισιά

noun (obscene language)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
People will think you are ignorant and ill mannered if you use curse words extensively. Swear words are the first thing you want to learn in another language - and the last thing you should use.

παλιοκουβέντα

noun (slang, figurative ([sth] unmentionable) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
For me "work" is a dirty word.
Για μένα η λέξη «δουλειά» είναι μια παλιοκουβέντα.

δυσλεξία

noun (difficulty learning to read)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Eva dislikes reading novels because she has dyslexia.

κενές λέξεις

plural noun (informal (talk: insincere) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

μαμώτο

noun (euphemism for fuck) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

βρισιά

noun (curse word, bad word)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

από την πρώτη στιγμή

expression (figurative, informal (from the very first moment)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
His company was doomed from the word 'go'.

γενικόλογα

noun (often plural (abstract term)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

αρθρώνω λέξη

verbal expression (informal (have the chance to speak) (μεταφορικά)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
She was talking so much that I couldn't get a word in!
Μιλούσε τόσο πολύ που δε μπορούσα να αρθρώσω λέξη.

διαδίδω, ανακοινώνω

expression (spread news of [sth]) (νέα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The animal rights group is getting the word out about spaying and neutering pets.

δίνω το λόγο μου

verbal expression (promise)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He'll be here! He gave his word!

δίνω το λόγο μου ότι, δίνω το λόγο μου πως

verbal expression (promise)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Rachel had given her word that she would lend me the money.

δεν κρατάω το λόγο μου

verbal expression (not keep a promise)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Janice went back on her word to help me with the cooking.

λέξη-οδηγός

noun (term at top of a dictionary page) (σε λεξικό)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

μιλάω με κπ

verbal expression (informal (discuss: a problem)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Your daughter's been skipping school again. Can you have a word?

συζητώ κτ με κτ, μιλάω με κπ για κτ

verbal expression (informal (discuss)

The boss had a word with Bill about his chronic tardiness.

έχω τον τελευταίο λόγο

intransitive verb (literal (make the final remark) (κυριολεκτικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Amy and Jake can argue with each other for hours because each of them insists on having the last word.

βγαίνω κερδισμένος

verbal expression (figurative (triumph, win out) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Although the students presented compelling reasons for moving the exam from Friday to Monday, the teacher had the last word, reminding them that to do so would cause the class to fall behind schedule.

που έχει μπει στην καθημερινότητά μου

noun ([sth] or [sb] famous) (καθομιλουμένη)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
All of these famous actresses are household names. The footballer David Beckham is now a household name.

με μία λέξη

adverb (succinctly) (απαιτείται μία λέξη)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
"How was your day?" "In a word, awful!"

μονολεκτικά

adverb (in summary)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
How was the movie? In one word, awful.

με λόγια και με πράξεις

adverb (in what [sb] says and does)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The Greek Prime Minister stressed that his country supports Lebanon in word and deed.

κρατάω το λόγο μου, κρατώ το λόγο μου, τηρώ το λόγο μου

verbal expression (fulfil a promise)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He never keeps his word; he always tells my secrets. // A good friend is one who keeps his word.

λέξη κλειδί, λέξη-κλειδί

noun (search term)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The index can be searched by subject or by keyword.

κωδικός

noun (word: deciphers a code)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The spy's mother was the only other person that knew the keyword to decipher the notebook.

λέξη κλειδί, λέξη-κλειδί

noun (important term)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The key word here is 'estimated'.

καλός λόγος

noun (friendly remark)

Mr. Brady has a great disposition and always has a kind word for everyone.

κατακλείδα

noun (closing remark)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

τελευταία λέξη

noun (figurative (final work or statement) (μεταφορικά)

τελευταία λέξη

noun (figurative (most modern version) (μεταφορικά)

δάνειο

noun (term taken from another language) (λέξη από άλλη γλώσσα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

κπ που κρατάει το λόγο του

noun (male: keeps promises)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I've worked with him, and I know him to be a man of his word.

τσιμουδιά

interjection (slang (It's a secret.) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Don't tell anybody about this; mum's the word.

σου δίνω τον λόγο μου!, σας δίνω τον λόγο μου!

noun (my solemn promise) (όρκος)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
On my word, I will be there on time. This car is in 100% perfect condition, I give you my word.
Σου δίνω το λόγο μου! Θα είμαι εκεί εγκαίρως. Αυτό το αυτοκίνητο είναι, πραγματικά, σε άριστη κατάσταση. Έχετε τον λόγο μου!

Θεέ μου!

interjection (expressing astonishment)

My word, that candy certainly is sour! My word, that is one beautiful woman.
Πω πω, αυτή η καραμέλα είναι πραγματικά ξινή! Πω πω, τι όμορφη γυναίκα!

δεν λέω κουβέντα, μένω σιωπηλός

verbal expression (remain silent)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Be quiet and don't say a word, or they will discover where we are hiding.
Να είσαι ήσυχος και να μείνεις σιωπηλός ειδάλλως θα βρουν που κρυβόμαστε.

δεν αποκαλύπτω τίποτα, δεν βγάζω μιλιά, δεν μου παίρνουν κουβέντα

verbal expression (not divulge [sth])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Don't say a word: it's our secret!

λίγα λόγια

noun (informal (occasional verbal exchange)

I've had the odd word with him over the years, but I never really knew him well.

λέω μια καλή κουβέντα για κπ/κτ, λέω έναν καλό λόγο για κπ/κτ

transitive verb (informal (say [sth] in support of)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Dad's angry at my big sister; Grandpa's going to put in a good word for her.

ριζική λέξη

noun (basic word form without prefix or suffix) (γλώσσα, γραμματική)

δίνω το ΟΚ

verbal expression (informal (give permission)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

δίνω οδηγίες

verbal expression (informal (give instructions)

ζητώ βοήθεια

verbal expression (informal (ask for help)

στέλνω μήνυμα

verbal expression (convey a message)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

συνδετική λέξη

noun (grammar: conjunction)

διαδίδω τα νέα

verbal expression (make others aware)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

βρισιά

noun (curse word, obscene term)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Please don't use swearwords around me; it's offensive.

πιστεύω

verbal expression (believe [sb] is speaking honestly)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

πιστέυω

verbal expression (believe)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Don't take my word for it - look it up for yourself.

η τελευταία λέξη

noun (final retort)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
My brother has to have the last word in every argument.

η τελευταία λέξη του

noun (figurative (ultimate, most fashionable) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You can always find the last word in haute couture in Paris.

χωρίς να πω μια λέξη, χωρίς ούτε μια λέξη

adverb (silently, saying nothing)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

λεκτικός συνειρμός

noun (psychology: first word coming to mind)

αριθμός λέξεων

noun (number of words in a text)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Write the word count at the end of your essay.

λέξη προς λέξημ αυτολεξεί, επί λέξει

adverb (verbatim, using the exact wording)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
The cheater copied his neighbor's answer word for word.

λεκτική μορφή

noun (word: grammatical inflection)

παιχνίδι λέξεων

(game)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

συμβουλή, παραίνεση

noun (caution or recommendation)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
My word of advice is get to know someone before asking her to marry you. Graduation speakers usually give the graduates some words of advice about the future.
Η συμβουλή μου είναι να γνωρίσεις κάποια πριν τη ζητήσεις σε γάμο. Οι ομιλητές στις αποφοιτήσεις συνήθως δίνουν στους απόφοιτους μερικές συμβουλές για το μέλλον.

επεξήγηση, εξήγηση

noun (comment or note explaining [sth])

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The teacher gave us a few words of explanation about the book.

ο λόγος της τιμής μου

(pledge)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

-

noun (personal recommendation) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
He hoped that word of mouth would attract customers to his landscape business.
Ήλπιζε ότι η φήμη του θα εξαπλωνόταν από στόμα σε στόμα για να προσελκύσει πελάτες για την εταιρεία του που αναλαμβάνει διαμορφώσεις εξωτερικών χώρων.

η σειρά των λέξεων

noun (grammar: arrangement of words)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Word order in English is more important than in some other languages.

λεκτική απεικόνιση

noun (poetic verbal description)

ηλεκτρονική επεξεργασία κειμένου

noun (electronic typewriting)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I only ever use my computer for word processing.

επεξεργαστής κειμένου

noun (computer text editor) (Η/Υ)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Word processors have been largely superseded by computers.

ασυναρτησίες

noun (meaningless jumble of words)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

παιχνίδι αναγραμματισμού λέξεων

noun (anagram game)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κρυπτόλεξο

noun (puzzle: words hidden in grid)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Wordsearches contain letters which can be read horizontally, vertically, and diagonally.

τόνος

noun (emphasis on a syllable)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
It can be difficult to tell where the word stress is placed in very long words.

γεια στο στόμα σου, ν' αγιάσει το στόμα σου

interjection (slang (expressing agreement) (μεταφορικά, καθομ)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)

αναδίπλωση λέξεων

noun (computing: continuing text on new line)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

από στόµα σε στόµα

noun as adjective (by personal recommendation)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Word-of-mouth advertising is not always reliable.
Η διαφήμιση από στόμα σε στόμα δεν είναι πάντα αξιόπιστη.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του word στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του word

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.