Τι σημαίνει το butter στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης butter στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του butter στο Αγγλικά.

Η λέξη butter στο Αγγλικά σημαίνει βούτυρο, βουτυρώνω, καλοπιάνω, κολακεύω, ψωμί με βούτυρο, μέσα συντήρησης, βασικός, κύριος, είδος βρετανικής πουτίγκας, τσιγαρισμένο βούτυρο, γίγαντες, δοχείο στο οποίο μπαίνει το βούτυρο, πιάτο στο οποίο βάζω το βούτυρο, μαχαίρι για το βούτυρο, βούτυρο κλαριφιέ, βούτυρο κακάο, σκορδοβούτυρο, φασόλι Λίμα, βούτυρο σφενδάμου, φυστικοβούτυρο, σάντουιτς με φυστικοβούτυρο και μαρμελάδα, βούτυρο καριτέ, στικ, βούτυρο. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης butter

βούτυρο

noun (spreadable food) (μόνο ενικός)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Many people prefer to cook with butter instead of oil.
Πολλοί άνθρωποι προτιμούν να μαγειρεύουν με βούτυρο αντί για λάδι.

βουτυρώνω

transitive verb (to apply butter)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Do you butter your bread on both sides?
Βουτυρώνεις το ψωμί σου και από τις δύο πλευρές;

καλοπιάνω, κολακεύω

phrasal verb, transitive, separable (figurative, informal (flatter, sweet-talk)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He tried to butter up his boss in hopes of getting an extra day off. Stop trying to butter me up and just tell me what you want.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Κάποιοι μαθητές γλείφουν τους καθηγητές τους για να πάρουν καλούς βαθμούς.

ψωμί με βούτυρο

noun (literal (bread with butter spread on it)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A glass of milk with bread and butter for breakfast is the best.

μέσα συντήρησης

noun (informal, figurative (livelihood) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Cooking is his bread and butter; he's a chef.

βασικός, κύριος

adjective (informal, figurative (staple, basic) (μεταφορικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

είδος βρετανικής πουτίγκας

noun (UK (dessert made with bread and eggs)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

τσιγαρισμένο βούτυρο

noun (roasted butter)

γίγαντες

noun (mainly UK (legume: lima bean) (φασόλια)

The vegetarian option on our menu this evening is a casserole made with butter beans.

δοχείο στο οποίο μπαίνει το βούτυρο

noun (in fridge: butter container)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

πιάτο στο οποίο βάζω το βούτυρο

noun (at table: butter container)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
There were two butter dishes on the table, one with butter and one with margarine.

μαχαίρι για το βούτυρο

noun (tool for cutting butter)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The butter knife is not sharp as it only has to cut through butter, which is very soft.

βούτυρο κλαριφιέ

noun (butter purified by melting)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

βούτυρο κακάο

noun (fat extracted from cocoa beans)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Cocoa butter and cocoa solids are blended to make unsweetened chocolate.

σκορδοβούτυρο

noun (butter flavored with garlic)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I love to dip cooked shrimp in garlic butter. The crusty bread was served with a delicious garlic butter.
Λατρεύω να βουτάω τις γαρίδες σε σκορδοβούτυρο. Το τραγανό ψωμί σερβιρίστηκε με ένα νόστιμο σκορδοβούτυρο.

φασόλι Λίμα

noun (mainly US (legume: butter bean)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

βούτυρο σφενδάμου

noun (thickened maple syrup)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Toast with maple butter is a delicious treat.

φυστικοβούτυρο

noun (spread made from peanuts)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Peanut butter is high in protein and makes a tasty snack with celery, carrots or apples.
Το φυστικοβούτυρο έχει πολλές πρωτεΐνες και με σέλινο, καρότα ή μήλα αποτελεί ένα γευστικό σνακ.

σάντουιτς με φυστικοβούτυρο και μαρμελάδα

noun (US (food: children's favorite)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Peanut butter and jelly sandwiches are a staple on the children's menu.

βούτυρο καριτέ

noun (moisturizer made from shea seed) (ενυδάτωση)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

στικ

noun (US (butter: quarter pound) (120 γραμμάρια περίπου)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
I need a stick of butter for this recipe.

βούτυρο

noun (butter sold in a plastic pot)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του butter στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του butter

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.