Τι σημαίνει το wheel στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης wheel στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του wheel στο Αγγλικά.

Η λέξη wheel στο Αγγλικά σημαίνει ρόδα, πηδάλιο, τιμόνι, ρόδα, αυτοκίνητο, αμάξι, περιστρέφομαι, γυρίζω, σπρώχνω, κάνω αναστροφή, προβάλλω, αναφέρω διαρκώς κτ/κπ, στο τιμόνι, στο τιμόνι, ταλαντευτήρας, στο τιμόνι, ρόδα, μεγάλο κεφάλι, ροδάκι, τελευταίος τροχός της αμάξης, χρωματικός πίνακας, κινητήριος τροχός, κινητήριος τροχός, ρόδα, σέλμα ζεύξης, ρεζέρβα, παρείσακτος, σφόνδυλος, τετράτροχος, τέσσερα επί τέσσερα, τέσσερα επί τέσσερα, αυτοκίνητο με μπροστινή κίνηση, τροχός λείανσης, τροχός για μέτρηση, ριναίος τροχός αεροσκάφους, ρόδα, τροχός κεραμικής, χαλάω τα σχέδια κπ, τροχοφόρο, τροχός ρουλέτας, πηδάλιο, ανέμη αργαλειού, ροδάνι, τιμόνι οχήματος, είμαι στο τιμόνι, φανάρι, υδροτροχός, τροχός της τύχης, παρουσιάζω, ατέρμονας κοχλίας. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης wheel

ρόδα

noun (often plural (circular part on which vehicle moves)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The wheels on the bus went round and round.
Οι ρόδες του λεωφορείου γύριζαν γύρω γύρω.

πηδάλιο

noun (steers a ship)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The captain took the wheel.
Ο καπετάνιος πήρε το πηδάλιο.

τιμόνι

noun (for steering a vehicle)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Karen indicated left and turned the wheel to steer the car into the narrow lane.
Η Κάρεν έβγαλε αριστερό φλας και έστριψε το τιμόνι για να κατευθύνει το αυτοκίνητο στη στενή λωρίδα.

ρόδα

noun (round object, turns)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The wheel beside the mill was turning.

αυτοκίνητο, αμάξι

plural noun (slang (car, transportation)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The teenager couldn't wait to get her own wheels.

περιστρέφομαι

intransitive verb (turn on axis)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The Earth wheels about its axis.

γυρίζω

intransitive verb (turn around)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The teacher wheeled on her heel and glared at the chattering students.

σπρώχνω

transitive verb (push [sth] on wheels) (κάτι με ρόδες)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Steve wheeled the pushchair along the pavement.

κάνω αναστροφή

phrasal verb, intransitive (turn, spin 180 degrees)

προβάλλω

phrasal verb, transitive, separable (use to support argument) (επιχείρημα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αναφέρω διαρκώς κτ/κπ

phrasal verb, transitive, separable (present repeatedly)

στο τιμόνι

expression (driving)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Ernest was at the wheel when a pine tree fell across the road.

στο τιμόνι

expression (figurative (in charge) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ταλαντευτήρας

noun (timepiece: balance wheel)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

στο τιμόνι

expression (driving, in control of a vehicle)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

ρόδα

noun (fairground Ferris wheel) (λούνα παρκ)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

μεγάλο κεφάλι

noun (US, informal ([sb] important or powerful) (μεταφορικά)

ροδάκι

noun (roller underneath furniture)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
My sofa is easy to move as it has castor wheels.

τελευταίος τροχός της αμάξης

noun (figurative (small part of a large system) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He's just a cog in the wheel, not a leader.

χρωματικός πίνακας

noun (chart showing color relationships)

κινητήριος τροχός

noun (main wheel in machine)

κινητήριος τροχός

noun (railroad: driver)

ρόδα

noun (wheel at a fairground) (σε λούνα πάρκ)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The London Eye is one of the world's tallest Ferris wheels. You have a terrific view from the top of a Ferris wheel.
Το Μάτι του Λονδίνου είναι μια από τις υψηλότερες ρόδες του κόσμου. Η θέα που απολαύσαμε από την κορυφή μιας ρόδας ήταν φανταστική.

σέλμα ζεύξης

noun (transport: axle device)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

ρεζέρβα

noun (transport: spare wheel)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

παρείσακτος

noun (informal, figurative (unnecessary person or thing)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

σφόνδυλος

noun (rotating wheel in a machine) (μηχανολογία)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Flywheels are used in some machines to regulate the speed of operation or store kinetic energy.

τετράτροχος

noun as adjective (having four wheels)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

τέσσερα επί τέσσερα

noun as adjective (powered by four wheels)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)

τέσσερα επί τέσσερα

noun (vehicle: SUV)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Drivers in rural areas need a four-wheel drive to cope with winter conditions.

αυτοκίνητο με μπροστινή κίνηση

noun (car: power to front wheels only)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Her new car's got front-wheel drive; it's a lot better on slippery roads than her old one was.

τροχός λείανσης

(wheel used for grinding)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

τροχός για μέτρηση

noun (device for calculating length)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ριναίος τροχός αεροσκάφους

noun (part of a plane's undercarriage)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ρόδα

noun (wheel that propels a paddle boat)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

τροχός κεραμικής

noun (device: pottery)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

χαλάω τα σχέδια κπ

verbal expression (UK, informal, figurative (plan: ruin)

Peter was planning to go away for the weekend, until the boss put a spoke in his wheel by giving him a load of work to get done by Monday morning.

τροχοφόρο

noun (tiny aquatic animal)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

τροχός ρουλέτας

noun (spinning part of roulette table)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

πηδάλιο

noun (helm: steering wheel of a sailing vessel)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ανέμη αργαλειού, ροδάνι

noun (device for spinning fibre into yarn)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
As a child I had a spinning wheel to make yarn from wool.

τιμόνι οχήματος

noun (control wheel of a vehicle)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
A driver should not need to take their hands off the steering wheel to turn on the indicator.

είμαι στο τιμόνι

verbal expression (drive a vehicle)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

φανάρι

noun (odd person out among three people) (αργκό)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

υδροτροχός

noun (wheel powered by water)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
In early cotton mills a waterwheel was often used to generate electricity.

τροχός της τύχης

noun (gambling device)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

παρουσιάζω

(bring into view)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ατέρμονας κοχλίας

noun (gear driven by worm)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του wheel στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του wheel

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.