Τι σημαίνει το but στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης but στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του but στο Αγγλικά.

Η λέξη but στο Αγγλικά σημαίνει αλλά, μα, όμως, εκτός από, εκτός από, αλλά, μα, απλά, απλώς, παρά, -, μα, αλλά, όλοι εκτός, σχεδόν, σχεδόν, κάθε άλλο παρά, οτιδήποτε εκτός, καμία σχέση, χωρίς, δίχως, Φυσικά, και πάλι, από την άλλη, δεν μπορώ να μην, δεν μπορώ παρά να, δεν έχω άλλη λύση παρά να κάνω κτ, δεν έχω άλλη επιλογή παρά να κάνω κτ, τέλος, όχι μόνο... αλλά και, τίποτα άλλο εκτός από, κακός μπελάς, μόνο, αποκλειστικά, αργός αλλά σταθερός, αργά αλλά σταθερά, παρόλο, ναι μεν, αλλά, ναι μεν, αλλά, η σαρξ ασθενής, δεν παίρνει στροφές, δεν παίρνει μπρος, δεν στροφάρει, μεταξύ άλλων. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης but

αλλά, μα, όμως

conjunction (yet) (παρ' όλα αυτά)

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)
I may be old, but I can still ride a bike.
Μπορεί να είμαι μεγάλος σε ηλικία, αλλά μπορώ ακόμα να κάνω ποδήλατο.

εκτός από

conjunction (except)

He ate all the biscuits but one
Έφαγε όλα τα μπισκότα παρά ένα.

εκτός από

preposition (except for)

Nobody did anything but me.
Κανείς δεν έκανε τίποτα, παρά μόνο εγώ.

αλλά, μα

conjunction (on the contrary)

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)
I asked not for a salad, but for soup. He's not a violinist but a cellist.

απλά, απλώς

adverb (only)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
She is but a child.

παρά

conjunction (literary (otherwise than)

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)
I cannot but agree with what you say.
Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με όσα λες.

-

conjunction (formal (doubt that) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
There is no doubt but that he is the best person on the team.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως είναι ο καλύτερος άνθρωπος στην ομάδα.

μα

conjunction (used as intensifier) (εμφατικός τύπος)

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)
There was nothing good on TV, but nothing!
Η τηλεόραση δεν είχε τίποτα, τίποτα όμως!

αλλά

noun (objection) (καθομιλουμένη)

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)
You're going to bed now, and I don't want to hear any buts!
Θα πας για ύπνο τώρα, και δεν θέλω ν’ ακούσω αντιρρήσεις!

όλοι εκτός

preposition (everyone except)

(πρόθεση: Συνδυάζεται με επίρρημα ή ουσιαστικό και φανερώνει τρόπο, χρόνο, τόπο κλπ, π.χ. έρχομαι από το σχολείο, πηγαίνω προς το σπίτι κλπ.)
All but one of her students passed the exam.
Όλοι εκτός από έναν από τους μαθητές της πέρασαν την εξέταση.

σχεδόν

adverb (with verb: almost completely)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
You've all but polished off that cake.
Σχεδόν το τελείωσες εκείνο το κέικ.

σχεδόν

adverb (with adjective: nearly)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
The rain is all but finished now.
Η βροχή έχει σχεδόν τελειώσει τώρα.

κάθε άλλο παρά

adverb (not at all)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
His new novel is anything but dull.
Κάθε άλλο παρά ανιαρό είναι το βιβλίο του.

οτιδήποτε εκτός

adverb (anything except)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I'll do anything but wash windows.

καμία σχέση

expression (nothing of the sort)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Though he's known for his comedies, his latest film is anything but.

χωρίς, δίχως

adverb (were it not)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
We would never have won but for your help.

Φυσικά

interjection (expressing polite consent)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
But of course, you're right!

και πάλι

expression (even so)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

από την άλλη

conjunction (on the other hand)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

δεν μπορώ να μην, δεν μπορώ παρά να

verbal expression (find unavoidable)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I cannot help but notice the enormous coffee stain on the front of your white blouse.
Δεν μπορώ να μην παρατηρήσω τον τεράστιο λεκέ από καφέ στο μπροστινό μέρος της άσπρης μπλούζας σου.

δεν έχω άλλη λύση παρά να κάνω κτ, δεν έχω άλλη επιλογή παρά να κάνω κτ

verbal expression (not have alternative)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We have no choice but to think that you acted irresponsibly.

τέλος

adverb (lastly)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Last but not least, don't forget to ring me when you get there. Last but not least, I'd like to thank my husband for his support.

όχι μόνο... αλλά και

expression (not just [sth], but [sth] else too)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Not only is Jack good at soccer, but he is also good at basketball and running.

τίποτα άλλο εκτός από

adverb (only)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I have nothing but admiration for people who can speak several languages.

κακός μπελάς

noun (informal (continual cause of annoyance)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
This washing machine is nothing but trouble.

μόνο, αποκλειστικά

preposition (only, solely)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Nothing else but violin is needed to complete this orchestration.

αργός αλλά σταθερός

adjective (progress: gradual but regular)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)

αργά αλλά σταθερά

adverb (making gradual progress)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Slowly but surely, we are making the garden look pretty.

παρόλο

adverb (even so)

(σύνδεσμος: Συνδέει λέξεις ή προτάσεις μεταξύ τους, π.χ. και, ή, ότι, ενώ κλπ.)
He hadn't eaten breakfast; still he was not hungry.
Δεν είχε φάει πρωινό, αλλά παρόλα αυτά δεν πεινούσε.

ναι μεν, αλλά

(informal (nevertheless, even so)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
That's all very well, but it still doesn't explain why you didn't finish the work.

ναι μεν, αλλά

expression (informal (nevertheless, even so)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
That's all well and good, and I enjoy talking to your granny, but isn't it about time we left for the movies ?

η σαρξ ασθενής

expression (figurative, Biblical (we often yield to temptation)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Ο μεν νους πρόθυμος, ο δε σαρξ ασθενής.

δεν παίρνει στροφές, δεν παίρνει μπρος, δεν στροφάρει

expression (figurative, informal ([sb] is unintelligent) (μυαλό, άτομο)

My brother can be incredibly stupid sometimes; the lights are on but nobody's home.

μεταξύ άλλων

expression (some of a long list)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
What lakes are in Minnesota? To name but a few, Red Lake, Gull Lake, and Lake Minnetonka.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του but στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του but

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.