Τι σημαίνει το corto στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης corto στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του corto στο ισπανικά.

Η λέξη corto στο ισπανικά σημαίνει κόβω, κόβω, κόβω, κόβω, κόβω, κόβω, κόβω, κόβω, κόβω, κόβω, κόβω, κόβω, διακόπτω, τραβάω χαρτί, διακόπτω, κόβω, αραιώνω, βγάζω, τα παρατάω, το κλείνω, κόβω, κόβω, ψαλιδίζω, χωρίζω, διαχωρίζω, κόβω, κόβω, κόβω δέντρο, πετσοκόβω, λιανίζω, αποσυνδέω, διακόπτω παροχή, κόβω, πετσοκόβω, κόβω, πήζω, κόβω, παρεμποδίζω, καθυστερώ, κόβω, τεμαχίζω, πελεκώ, λαξεύω, πονάω, κόβω, κόβω, πριονίζω, σκίζω, κόβω, σκίζω, σχίζω, σταματάω, σταματώ, κουρεύω, κόβω, συντομεύω, παρατάω, κόβω, κουρεύω, κόβω, κουρεύω, κάνω τομή στη βάση της ουράς ενός αλόγου, κόβω, κόβω, σκίζω, σχίζω, κόβω, μειώνω, κόβω, κόβω, κουρεύω, ξεφλουδίζω, υλοτομώ, χαράζω, ξεσκίζω, κατακόβω, κομματιάζω, αποκόπτω, κάνω οικονομία, μειώνω, κοντός, καρέ, σύντομος, χαζός, ανόητος, αργόστροφος, απόσπασμα ταινίας, κοντός, κοντός, μικροσκοπικός, κοντινός, κοντός, στενός, μικρός, σύντομος, ανοικτός, μικρός, μικρότερος, λίγο λιγότερο από, -, -, short, μείον, ταινία μικρού μήκους, σύντομος, βλακώδης, ηλίθιος, κουτός, χαζός, ανόητος, κόβω, κόβω κτ σε κτ, τεμαχίζω κτ σε κτ, διχοτομώ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης corto

κόβω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Cortó la cuerda y abrió el paquete.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Η μητέρα τεμάχισε το φαγητό της κόρης της σε μικρά κομμάτια.

κόβω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Nos cortaron el Internet mientras navegábamos.
Ενώ ήμαστε στο ίντερνετ κόπηκε η σύνδεση.

κόβω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La cirujana cortó el pecho del paciente.
Ο χειρούργος έκανε μια τομή στο στήθος του ασθενή.

κόβω

(figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La manija de la bolsa de compras le estaba cortando los dedos.
Το χερούλι της τσάντας με τα ψώνια του έκοβε τα δάχτυλά.

κόβω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
¿Este cuchillo corta bien?

κόβω

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Este cuchillo corta limpiamente.

κόβω

verbo transitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
¿Quieres cortar la baraja o simplemente reparto?

κόβω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Cortó algunas flores para llevárselas a su novia.

κόβω

verbo transitivo (dar forma)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El cantero cortará el granito y lo convertirá en escalones.

κόβω

verbo transitivo (dividir una baraja)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¿Quieres cortar o reparto ahora?

κόβω

(medicina)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Su pierna estaba tan dañada que se la tuvieron que amputar.
Το πόδι του είχε υποστεί τόσο μεγάλη βλάβη που οι γιατροί έπρεπε να το κόψουν.

κόβω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Mi pelo está demasiado largo así que tendré que cortármelo pronto.
Τα μαλλιά μου έχουν μακρύνει πολύ και σύντομα θα χρειαστεί να τα κόψω (or: κουρέψω).

διακόπτω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Francesca me interrumpió mientras hablaba.
Η Φραντσέσκα με διέκοψε, ενώ μιλούσα.

τραβάω χαρτί

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Escojamos nuestras cartas y el que tenga la carta más alta será quien reparta.

διακόπτω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Roger se disculpó por interrumpir nuestra conversación, y dijo que tenía noticias urgentes.

κόβω

(coloquial) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ahórrate los chistes por favor. Sólo cuéntanos lo que pasó.
Κόψε την πλάκα σε παρακαλώ και πες μας απλά τι έγινε.

αραιώνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Algunos camareros diluyen el vodka con agua.

βγάζω

(δόντια)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El bebé lloraba toda la noche cuando le salieron los dientes y su pobre padre tampoco podía dormir.
Το μωρό έκλαιγε όλη νύχτα όταν έβγαζε δόντια και ούτε ο καημένος ο πατέρας του δεν μπορούσε να κοιμηθεί.

τα παρατάω

verbo transitivo (ES) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Estoy muy cansado para seguir, voy a cortar acá.

το κλείνω

verbo intransitivo

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Si recibe una llamada indeseada, lo mejor es cortar.

κόβω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Carlos cortó madera preparándose para el invierno.
Ο Τσαρλς έκοψε καυσόξυλα για να προετοιμαστεί για τον χειμώνα.

κόβω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Naomi cortó el calabacín de la planta.

ψαλιδίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Jasmine cortó su flequillo frente al espejo.

χωρίζω, διαχωρίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κόβω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κόβω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El jardinero cortó el césped dejándolo casi a la mitad para que estuviera a la altura del resto.

κόβω δέντρο

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los pioneros cortaban árboles para construir sus casas.
Οι πιονέροι έκοβαν δέντρα για να χτίσουν τα σπίτια τους.

πετσοκόβω, λιανίζω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El cocinero cortó la carne en varios pedazos.

αποσυνδέω, διακόπτω παροχή

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Corta la electricidad general cuando te vayas de vacaciones.

κόβω, πετσοκόβω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Antes de cocinar el brócoli, le corto los tallos.
Πριν να μαγειρέψω μπρόκολο, κόβω τα κοτσάνια.

κόβω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El héroe de la película le cortó la cabeza al villano.

πήζω

(leche)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κόβω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παρεμποδίζω, καθυστερώ

verbo transitivo (καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El accidente cerca de la salida de la autopista cortó el tráfico durante varias horas.
Το αυτοκινητιστικό ατύχημα κοντά στον αυτοκινητόδρομο παρεμπόδισε την κυκλοφορία για αρκετές ώρες.

κόβω, τεμαχίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Papá siempre corta el pavo en la cena de Acción de Gracias.
Ο πατέρας κόβει πάντα τη γαλοπούλα στο δείπνο των Ευχαριστιών.

πελεκώ, λαξεύω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los leñadores cortaron todos los árboles de esta zona.

πονάω

(figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El aire frío cortaba la cara de las mujeres.

κόβω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Alan le pidió al barbero que le corte un poco el cabello.

κόβω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
A mucha gente no le parece bien que a los perros se les corten las orejas.
Πολλοί δεν θέλουν να κόβουν τα αυτιά των σκύλων τους.

πριονίζω

verbo transitivo (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Cortó el aire con la mano.

σκίζω, κόβω

verbo transitivo (με ευκολία)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ned cortó el paquete.

σκίζω, σχίζω

(figurado) (μεταφορικά: κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El barco cortaba el agua.

σταματάω, σταματώ

(coloquial)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¡Vosotros dos! ¡Cortad esa pelea ya!
Ε, εσείς οι δύο! Κόφτε τον τσακωμό! Τώρα!

κουρεύω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Peter cortó el césped.

κόβω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El obrero cortó la barra de hierro.

συντομεύω

(figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Es un buen ensayo pero es muy largo, ¿puedes cortarlo un poco?

παρατάω

verbo transitivo (con novio o amante) (καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Andy ya no sale con Gwen, ella cortó hace mucho.

κόβω

verbo transitivo (cola de un animal)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ya no se considera atractivo cortar la cola de los perros.

κουρεύω

verbo transitivo (ουρά αλόγου)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Antes del espectáculo ecuestre, el mozo de cuadra cortó la cola a los caballos.

κόβω

verbo transitivo (δίνω σχήμα)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Gary cortó la tabla con una sierra para que entre.

κουρεύω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κάνω τομή στη βάση της ουράς ενός αλόγου

verbo transitivo (για να στέκεται πιο ψηλά)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Dan le cortó la cola al caballo.

κόβω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El sastre cortó el material para ajustarlo al patrón. El carpintero cortó las maderas.

κόβω, σκίζω, σχίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El ladrón cortó (or: rajó) los cojines del sofá para ver si había algo oculto dentro.
Ο διαρρήκτης έσχισε τα μαξιλάρια του καναπέ για να δει μήπως ήταν τίποτα κρυμμένο μέσα.

κόβω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Maggie cortó el pastel.
Η Μάγκι έκοψε την τούρτα.

μειώνω

(gastos)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Estuvimos gastando demasiado, tenemos que recortar gastos.
Ξοδεύουμε πάρα πολλά. Πρέπει να μειώσουμε τα έξοδα.

κόβω

(propio cuerpo)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tom se cortó su pulgar con la navaja nueva de caza.

κόβω, κουρεύω

(el pelo)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El peluquero recortó el pelo de Juan.
Ο κομμωτής πήρε της άκρες από τα μαλλιά του Τζον.

ξεφλουδίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tienes que pelar la manzana antes de ponerla en la olla.

υλοτομώ

(árbol)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los leñadores talaron varios pinos altos.
Ο ξυλοκόπος έκοψε αρκετά μεγάλα πεύκα.

χαράζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ξεσκίζω, κατακόβω, κομματιάζω

(formal)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

αποκόπτω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Para reparar la mesa tengo que arrancar el revestimiento dañado y reemplazarlo con una pieza nueva que le vaya.

κάνω οικονομία

(μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Cuando los constructores tratan de recortar en los cimientos, el resultado es desastroso.

μειώνω

(σταδιακά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κοντός

adjetivo

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Por favor, alcánzame la cuerda corta.
Σε παρακαλώ δώσε μου το κοντό σκοινί.

καρέ

(pelo de mujer)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

σύντομος

adjetivo

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
El período de tiempo en que las ciruelas están en temporada es corto.

χαζός

(peyorativo)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ανόητος, αργόστροφος

(figurado)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

απόσπασμα ταινίας

nombre masculino (PR)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Estoy viendo uno de esos programas de televisión que tienen muchos cortos de películas viejas.

κοντός

(pelo) (μαλλιά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
El pelo del teniente estaba corto y su ropa era inmaculada.

κοντός

adjetivo (ropa)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

μικροσκοπικός

(ropa)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Todo el mundo creía que las cortas vestimentas de Joan eran inapropiadas.

κοντινός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

κοντός

adjetivo

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Los pantalones le quedaban cortos y, al sentarse, dejaban ver una buena porción de pierna peluda por encima de los calcetines
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Ψήλωσα από πέρσι και το παντελόνι μου είναι κοντό.

στενός

adjetivo (μεταφορικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
La NASA tenía un corto espacio de tiempo para lanzar el cohete.
Η NASA είχε περιορισμένο χρόνο για να εκτοξεύσει τον πύραυλο.

μικρός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Es un viaje corto desde aquí.
Είναι πολύ μικρή η απόσταση από εδώ.

σύντομος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Esa película fue muy corta.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Ήταν βραχύς ο βίος του.

ανοικτός

adjetivo (για πώληση)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Con las acciones mantenía una posición corta.

μικρός, μικρότερος

adjetivo

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Pusimos el coche en una marcha corta para subir la colina.
Βάλαμε μικρότερη ταχύτητα στο αμάξι, για να καταφέρει να ανέβει τον λόφο.

λίγο λιγότερο από

(figurado, coloquial)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Quedo un poco corto de los 300 dólares que necesito para comprar el estéreo nuevo.

-

(Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Te llamaré mañana. Cambio y corto.
Τα λέμε και πάλι αύριο. Σας χαιρετώ. Καλή συνέχεια.

-

(Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
El cajero se quedó corto.
Ο ταμίας δεν είχε αρκετά χρήματα για ρέστα.

short

(informal) (σπάνιο: για ρούχα)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Mi saco es un 42 corto.

μείον

adjetivo

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Nos quedamos cortos por treinta dólares y acabamos de empezar.
Έχουμε πέσει έξω κατά τριάντα δολάρια και έχουμε μόλις ξεκινήσει.

ταινία μικρού μήκους

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

σύντομος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Mi consulta con el doctor fue muy breve.
Η εξέταση του γιατρού ήταν σύντομη.

βλακώδης, ηλίθιος

(ofensivo) (ΗΒ, καθομιλουμένη, προσβλητικό)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Los dos son completamente idiotas y están obsesionados el uno con el otro.

κουτός, χαζός, ανόητος

(μειωτικό)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

κόβω

(tomar un atajo) (μτφ: μέσα από κάπου)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Para llegar allá más rápido, cortó camino por el jardín trasero del vecino.
Έκοψε δρόμο μέσα από την πίσω αυλή των γειτόνων, για να φτάσει πιο γρήγορα.

κόβω κτ σε κτ, τεμαχίζω κτ σε κτ

La madre cortó la cena de su hija en pedacitos.
Η μητέρα έκοψε το φαγητό της κόρης της σε μικρά κομμάτια.

διχοτομώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του corto στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του corto

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.