Τι σημαίνει το cuidado στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης cuidado στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του cuidado στο ισπανικά.

Η λέξη cuidado στο ισπανικά σημαίνει προσοχή, ευθύνη, με φροντίζουν, μισό λεπτό, για μισό λεπτό, φροντίδα, επίβλεψη, φροντίδα, περίθαλψη, προσοχή, καλός, επίσημος, φροντίδα, συντήρηση, προσοχή, φύλαξη, που τον περιποιούνται, προσοχή, χτένισμα, βούρτσισμα, συντήρηση, προσοχή, ευπαρουσίαστος, περιποιημένος, κομψός, επίβλεψη, επιτήρηση, σημειωτέον δε, σύνεση, περίσκεψη, περιθάλπω, φροντίζω, περιποιούμαι, προσέχω, φροντίζω, προσέχω, προσέχω, φροντίζω, προσέχω, προσέχω, κρατάω, προστατεύω, διατηρώ άθικτο, προσέχω, προσέχω, έχω κτ στον νου μου, έχω τον νου μου σε κτ, φροντίζω, προσέχω, απερίσκεπτα, όπως-όπως, αναδοχή, πρόσεχε, προσοχή, προσεκτικά, πρόσεχε!, πρόχειρος, Πρόσεχε!, προσεκτικά, αφ' υψηλού, στην φροντίδα σου, υπό την κηδεμονία σου, με μεγάλη προσοχή, πρόχειρα, απρόσεχτα, Προσοχή σκύλος, πρόσεχε!, προσοχή στο κενό, κηπουρική, κηδεμονία, μητρική φροντίδα, περιποίηση δέρματος, φροντίδα ηλικιωμένων, μετανοσηλευτική θεραπεία, στοργή, τρυφερότητα, ιατρική περίθαλψη, ανάδοχη οικογένεια, προσωπική υγιεινή, στεφανιαία μονάδα, μακροχρόνια φροντίδα, θάλαμος νεογνών, δουλειά του νοσηλευτή, δουλειά του νοσοκόμου, φροντίδα του δέρματος, περιποίηση σώματος, περιποίηση μαλλιών, ευθύνη του αγοραστή, στοργή και προδέρμ, προσωπική περιποίηση, μπέιμπι σίτινγκ, προσέχω, Πρόσεχε τι εύχεσαι., πιάνω κτ προσεκτικά, παίρνω τον έλεγχο, προσέχω, είμαι προσεκτικός, προσέχω, προσέχω, προσέχω, έχω το νου μου για κπ/κτ, αφαιρώ προσεκτικά, συνειδητά, σκόπιμα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης cuidado

προσοχή

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Manéjalo con cuidado.
Χειριστείτε με προσοχή.

ευθύνη

(cuidado)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El tío tenía la guarda de los chicos cuando los padres estaban enfermos.

με φροντίζουν

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Los abuelos están cuidados por una señora que vive con ellos.

μισό λεπτό, για μισό λεπτό

interjección (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
¡Eh, cuidado! ¿Estás tratando de tomarme el pelo?

φροντίδα, επίβλεψη

nombre masculino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Cuando la madre se va a trabajar, la hija mayor se encarga del cuidado de los chicos.

φροντίδα, περίθαλψη

nombre masculino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El cuidado de otros venía a Tom naturalmente, solía rescatar pájaros heridos cuando era niño.

προσοχή

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El chef puso el soufflé sobre el mesón con mucho cuidado.

καλός, επίσημος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Sus cenas siempre eran muy cuidadas, con servilletas de seda y cubiertos de plata.
Το δείπνο της ήταν πάντοτε πολύ καλό (or: επίσημο) με μεταξωτές πετσέτες και ασημένια μαχαιροπίρουνα.

φροντίδα, συντήρηση

nombre masculino (δουλειές σπιτιού)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La sirvienta estaba a cargo del cuidado de la casa.
Η υπηρέτρια ήταν υπεύθυνη για την καθαριότητα του σπιτιού.

προσοχή

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Ella levantó el pájaro herido con mucho cuidado.

φύλαξη

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

που τον περιποιούνται

adjetivo

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Tu jardín se ve bien cuidado.

προσοχή

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Ten una precaución extrema cuando vayas a cruzar una calle muy concurrida.
Να δίνεις εξαιρετική προσοχή όταν διασχίζεις έναν πολυσύχναστο δρόμο.

χτένισμα, βούρτσισμα

(literalmente)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Es importante saber almohazar bien si vas a tener un caballo.
Είναι σημαντικό να μάθεις να κάνεις καλά το βούρτσισμα αν πρόκειται να αποκτήσεις άλογο.

συντήρηση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El personal de conserjería está a cargo del mantenimiento del edificio.
Ο θυρωρός είναι υπεύθυνος για τη συντήρηση της πολυκατοικίας.

προσοχή

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ευπαρουσίαστος, περιποιημένος

(για πρόσωπα)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
La gente confiaba en él porque tenía ese aspecto de niño explorador pulcro.

κομψός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Su nuevo estilo elegante incluía un corte de pelo y un traje italiano.

επίβλεψη, επιτήρηση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Necesitamos supervisión para el baile del colegio.

σημειωτέον δε

interjección

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Por favor atención a las fechas de entrega del trabajo.

σύνεση, περίσκεψη

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La consideración de la comunidad cuando mi padre estuvo enfermo fue muy conmovedora.

περιθάλπω, φροντίζω, περιποιούμαι

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ella pudo cuidar el ave hasta que se repuso.
Μπόρεσε να περιθάλψει το πουλί μέχρι που ήταν πια υγιές.

προσέχω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los hermanos de Jimmy lo han cuidado desde que murieron sus padres.

φροντίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El pastor cuida sus ovejas.
Ο βοσκός φροντίζει το κοπάδι του.

προσέχω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¿Puedes cuidar el negocio por diez minutos mientras hago unos mandados?
Μπορείς να προσέχεις το μαγαζί για 10 λεπτά όσο θα κάνω μερικές εξωτερικές δουλειές;

προσέχω, φροντίζω

(φροντίζω)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Mi hermana cuida de los niños mientras estoy trabajando.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Έχε το νου σου στα παιδιά όσο θα λείπω.

προσέχω

verbo transitivo (poner atención a)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Cuida tus modales cuando vayas a la cena.
Να προσέχεις τους τρόπους σου όταν πας στο δείπνο.

προσέχω, κρατάω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los Brown pidieron a Julie que cuidase de su hijo.

προστατεύω, διατηρώ άθικτο

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Prometí que siempre estaría ahí para protegerte y lo dije en serio.
Υποσχέθηκα να σε προστατεύω πάντα και το εννοούσα.

προσέχω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

προσέχω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los socorristas vigilan la playa. Hay un miembro del plantel médico vigilando al paciente a toda hora.

έχω κτ στον νου μου, έχω τον νου μου σε κτ

(καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Cuando cocinas suflé, tienes que echarles un ojo para que no se te desinflen.
Όταν φτιάχνετε σουφλέ, πρέπει να τα έχετε τον νου σας για να μην ξεφουσκώσουν.

φροντίζω, προσέχω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¿Quién va a cuidar de los niños cuando estemos lejos?
Ποιος θα προσέχει τα παιδιά για όσο θα λείπουμε;

απερίσκεπτα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Descuidadamente ignoró el límite de velocidad y lo pagó caro.

όπως-όπως

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

αναδοχή

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

πρόσεχε, προσοχή, προσεκτικά

(coloquial)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
¡Ojo! Esa araña podría ser venenosa.
Πρόσεχε, αυτή η αράχνη μπορεί αν είναι δηλητηριώδης.

πρόσεχε!

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)

πρόχειρος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Los pintores hicieron un trabajo descuidado: ¡salpicaron de pintura roja las ventanas de mi casa!
Οι μπογιατζήδες έκαναν προχειροδουλειά - έριξαν κόκκινη μπογιά στα παράθυρα του σπιτιού μου!

Πρόσεχε!

interjección

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)

προσεκτικά

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
El sospechoso respondió cautelosamente a las preguntas del policía.

αφ' υψηλού

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)

στην φροντίδα σου, υπό την κηδεμονία σου

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

με μεγάλη προσοχή

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Los cirujanos deben llevar a cabo las operaciones a corazón abierto con sumo (or: gran) cuidado.
Οι χειρούργοι πρέπει να κάνουν εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς με μεγάλη προσοχή. Η ηλικιωμένη γυναίκα περπάτησε με μεγάλη προσοχή στο παγωμένο πεζοδρόμιο.

πρόχειρα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

απρόσεχτα

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

Προσοχή σκύλος

expresión (πινακίδα)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πρόσεχε!

Ten la precaución de cerrar con llave cuando salgas.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Πρόσεχε! Δεν ξέρεις τι υπάρχει εκεί έξω.

προσοχή στο κενό

(literal)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)

κηπουρική

(κήπος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El cuidado de un jardín es una actividad para grandes y chicos.

κηδεμονία

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Los padres que trabajan necesitan de un buen cuidado infantil para sus hijos.

μητρική φροντίδα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Todos los huérfanos disfrutaban del cuidado maternal de las monjas.

περιποίηση δέρματος

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A muchos hombres no les preocupa el cuidado de la piel.

φροντίδα ηλικιωμένων

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

μετανοσηλευτική θεραπεία

(médico) (μετά από νοσηλεία)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

στοργή, τρυφερότητα

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El niño le daba un cuidado amoroso a su conejo.

ιατρική περίθαλψη

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Esta clínica provee el mejor cuidado médico de la ciudad.

ανάδοχη οικογένεια

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La mayoría de los chicos que crecen con acogidas temporales van pasando de una familia a otra.

προσωπική υγιεινή

locución nominal masculina

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El cuidado personal es el concepto básico del aseo, limpieza y cuidado de nuestro cuerpo.

στεφανιαία μονάδα

(καρδιολογία)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Las cirugías de corazón se llevan a cabo en la unidad coronaria.

μακροχρόνια φροντίδα

La convalecencia será muy lenta, necesitará cuidados prolongados.

θάλαμος νεογνών

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

δουλειά του νοσηλευτή, δουλειά του νοσοκόμου

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Ofrece sus servicios para el cuidado de enfermos durante la noche.

φροντίδα του δέρματος

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Tengo varias cremas para el cuidado de la piel.

περιποίηση σώματος

locución nominal masculina (με καλλυντικά)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

περιποίηση μαλλιών

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ευθύνη του αγοραστή

(literal)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

στοργή και προδέρμ

expresión

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

προσωπική περιποίηση

(apariencia)

μπέιμπι σίτινγκ

(καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

προσέχω

locución verbal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Debes caminar con cuidado cuando vuelvas montaña abajo.

Πρόσεχε τι εύχεσαι.

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Ten cuidado con lo que deseas porque podrías conseguirlo.

πιάνω κτ προσεκτικά

expresión

Es un florero muy antiguo. Trátalo con cuidado.

παίρνω τον έλεγχο

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

προσέχω

locución verbal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Ten cuidado cuando nades, nunca te sumerjas en aguas desconocidas.

είμαι προσεκτικός

(figurado)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
Ándate con pies de plomo que te persiguen.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Είναι αρκετά ευαίσθητος μ' αυτό το θέμα, γι' αυτό να είσαι προσεκτικός.

προσέχω

locución verbal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

προσέχω

locución verbal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Debes tener cuidado al cruzar la calle en hora punta.
Πρέπει να προσέχεις όταν περνάς έναν πολυσύχναστο δρόμο σε ώρα αιχμής.

προσέχω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ten cuidado con los correos fraudulentos que te piden acceso a tus datos bancarios.

έχω το νου μου για κπ/κτ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Mantenete alerta por si hay carteristas cuando estés en una multitud.

αφαιρώ προσεκτικά

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Doris sacó con cuidado el corcho de la botella de vino.

συνειδητά, σκόπιμα

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του cuidado στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του cuidado

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.