Τι σημαίνει το encima στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης encima στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του encima στο ισπανικά.

Η λέξη encima στο ισπανικά σημαίνει -, σα να μην έφτανε αυτό, πάνω, επάνω, επίσης, επιπλέον, στην κορυφή, στην κορυφή, στην κορφή, επιπλέον, εκτός αυτού, επιπλέον, αν είναι δυνατόν, σκοτίζω, ζαλίζω, πάνω από, επάνω από, απάνω από, βλέπω, βγάζω κτ από μέσα μου, γλιστρώ πάνω σε κτ, γλιστρώ πάνω από κτ, φοράω βιαστικά, βάζω/ρίχνω πάνω μου, επιφανειακός, πάνω μέρος, σε, ξεπετάω, περιφρονώ, πάνω από, ελλοχεύω, πατάω, πατώ, πάνω από, με, πάνω από, δεν καταλαβαίνω κτ, την πέφτω, πολύ περισσότερο, τοποθετημένος πάνω σε, με το χέρι πάνω από τον ώμο, με το χέρι πάνω από τον ώμο, πάνω από τον μέσο όρο, υπεράνω του νόμου, άνω του μετρίου, ψηλά, πάνω, πάνω απ' όλα, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, στην κατοχή σου, πάνω σου, υπερβάλλων ζήλος, πάνω από το πτώμα μου, πάνω από, πάνω σε, μια κλάση πάνω, υπέρ το δέον, τελειώνω με κτ, έχω πλεονέκτημα, είμαι μακράν καλύτερος από κπ/κτ, είμαι μακράν ανώτερος από κπ/κτ, την πέφτω άγρια σε κπ, τη λέω σε κπ, τα χώνω σε κπ, απλώνω χέρι σε κπ, σηκώνω χέρι σε κπ, φορτώνομαι, ξεκαθαρίζω, τακτοποιώ εκκρεμότητες, ξετινάζω, διαβάζω στα γρήγορα, πηδώ στην άλλη μεριά, επιπλήττω, προεξέχω, ξεπερνώ, απαλάσσω, κατουριέμαι, ίσα που ακουμπάω, μόλις που ακουμπάω, δεν δίνω μεγάλη σημασία, δεν ασχολούμαι ιδιαίτερα, επιτίθεμαι σε, διαβάζω βιαστικά, ρίχνω μια ματιά, περνάω πάνω από κτ, μιλώ πιο δυνατά από κάποιον άλλο, με το χέρι πάνω από τον ώμο, με το χέρι πάνω από τον ώμο, στενή παρακολούθηση, πάνω από, πιο ψηλά από, πάνω από, στην κορυφή, επιτίθεμαι σε κπ, βλάπτω τον εαυτό μου, παίρνω τον έλεγχο, συνέρχομαι γρήγορα από κτ, πάταω, πέφτω πάνω σε κτ, διασχίζω, ξεφεύγω, απομακρύνω,διώχνω, συνταράσσω, επιτίθεμαι σε κπ, κριτικάρω, ξεπερνάω, ξεπερνώ, υπερβαίνω, πνίγω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης encima

-

(Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Pon la tapa encima y deja que hierva por cinco minutos.
Βάλτε το καπάκι στη θέση του και βράστε για πέντε λεπτά.

σα να μην έφτανε αυτό

(καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
¡Qué día! Primero me levanté tarde, después se me explotó el calentador de agua, y como si esto fuera poco, ¡tengo una llanta pinchada!
Τι μέρα και αυτή! Πρώτα άργησα να ξυπνήσω, μετά έσκασε το θερμοσίφωνο και σαν να μην έφτανε αυτό έπαθα και λάστιχο.

πάνω, επάνω

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
¿Ya estás arriba? ¿Puedo empezar a pedalear?

επίσης, επιπλέον

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Llegaba tarde a la cita y encima estaba completamente borracho.

στην κορυφή

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
La magdalena que eligió Betty tenía una cereza encima.

στην κορυφή, στην κορφή

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Me sirvieron una torta con crema y frutillas encima.

επιπλέον

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
No sólo no llevaba zapatos; además, iba sin camisa.
Δεν φορούσε τα παπούτσια του· επιπλέον, δεν φορούσε πουκάμισο.

εκτός αυτού

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
El hotel tiene todas las facilidades y además está en el centro de París.

επιπλέον

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Trabajaba todo el día en la oficina y aparte cuidaba niños. Se enteró de que aparte, su marido tenía una amante.

αν είναι δυνατόν

(irónico)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Y después, como si fuera poco, me preguntó si tenía nietos. ¡Solo tengo 32 años!

σκοτίζω, ζαλίζω

adverbio (καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tengo al jefe encima mío con esos informes atrasados. Mi madre siempre está encima mío con los deberes.
Το αφεντικό μου με ζαλίζει για τις καθυστερημένες αναφορές.

πάνω από, επάνω από, απάνω από

Ella colgó un cuadro sobre la chimenea.
Κρέμασε τη φωτογραφία πάνω από το τζάκι.

βλέπω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

βγάζω κτ από μέσα μου

(μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

γλιστρώ πάνω σε κτ, γλιστρώ πάνω από κτ

(δεν αγγίζω)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El cisne al fin echó a volar. Durante varios metros, estuvo sobrevolando el agua.
Ο κύκνος τελικά έφυγε, γλιστρώντας πάνω στην επιφάνεια του νερού για αρκετές γιάρδες.

φοράω βιαστικά, βάζω/ρίχνω πάνω μου

(καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Corrí escaleras arriba a ponerme algo menos formal.
Έτρεξα επάνω για να ρίξω πάνω μου κάτι λιγότερο επίσημο.

επιφανειακός

(peyorativo)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

πάνω μέρος

Verónica pulió la superficie de la mesa hasta que brillaba.

σε

Llevaba la bolsa sobre los hombros.
Κουβαλούσε την τσάντα στον ώμο του.

ξεπετάω

(μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tendremos que hacer que la prensa disimule algunos de los peores asuntos.

περιφρονώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
No está bien menospreciar a quienes tienen menos suerte que uno.
Είναι λάθος να κοιτάς αφ' υψηλού ανθρώπους λιγότερο τυχερούς από εσένα.

πάνω από

El ladrón saltó sobre la valla y se escapó.
Ο κλέφτης πήδηξε πάνω από τον φράκτη και το έσκασε.

ελλοχεύω

(ο κίνδυνος)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La posibilidad de quedarse sin trabajo amenazaba a Ken, que empezó a trabajar en su CV.

πατάω, πατώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¡Ay! La llanta de tu bicicleta me pisó el pie.
Άου! Η ρόδα του ποδηλάτου σου μου πάτησε το πόδι!

πάνω από

(μεταφορικά)

En mi trabajo no hay nadie sobre mí.

με

No pude escucharla sobre la sirena.
Δεν μπορώ να την ακούσω με αυτή τη σειρήνα.

πάνω από

No podía oír mi teléfono sobre el ruido del restaurante.

δεν καταλαβαίνω κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Todo este tema de la economía me sobrepasa.

την πέφτω

(αργκό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tres tipos me asaltaron en el callejón y me quitaron el dinero.
Μου την έπεσαν τρεις τύποι στο σοκάκι και μου έκλεψαν τα χρήματά μου.

πολύ περισσότερο

adverbio

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Tus notas están muy por encima de la media.

τοποθετημένος πάνω σε

locución adjetiva

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

με το χέρι πάνω από τον ώμο

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

με το χέρι πάνω από τον ώμο

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πάνω από τον μέσο όρο

locución adverbial

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Ese restaurante está por encima del promedio en cuanto a calidad y precio.

υπεράνω του νόμου

(μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Muchos políticos se creen que están por encima de la ley y que no deberían ser castigados.

άνω του μετρίου

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Necesitas un CI por encima de la media para contestar estas preguntas correctamente.

ψηλά, πάνω

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
La multitud miró hacia los aviones que daban vueltas en lo alto.
Το πλήθος κοιτούσε ψηλά τα αεροπλάνα που έκαναν κύκλους από πάνω τους.

πάνω απ' όλα

locución adverbial

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
El éxito y el dinero vienen bien, pero por encima de todo elijo el amor.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Μου αρέσει ν' ακούω μουσική, η τζαζ μου αρέσει περισσότερο απ' όλα.

περισσότερο από οτιδήποτε άλλο

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Por encima de todo lo que Nina quería era entrenar para ser piloto.

στην κατοχή σου, πάνω σου

adverbio

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Le di todo lo que llevaba encima.

υπερβάλλων ζήλος

(επιδεικνύω)

Fue felicitado por ir más allá de sus responsabilidades.

πάνω από το πτώμα μου

(coloquial) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Tendrás la custodia de mis hijos sobre mi cadáver (or: por encima de mi cadáver).

πάνω από

Colgaron un cuadro por encima de la chimenea.
Κρέμασαν ένα κάδρο πάνω από το τζάκι.

πάνω σε

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Un gatito gris estaba posando encima de la pared del jardín.

μια κλάση πάνω

locución preposicional

Él está por encima del resto.
Είναι μια κλάση πάνω από τους υπόλοιπους.

υπέρ το δέον

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Ella siempre va más allá de lo que se espera de ella.
Πάντα δίνει και με το παραπάνω αυτό που αναμένεται από αυτήν.

τελειώνω με κτ

locución verbal

Es mejor que te lo quites de encima ahora y no lo dejes para el último minuto.

έχω πλεονέκτημα

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
Siempre usa materiales de alta calidad para estar un paso por delante de sus competidores.

είμαι μακράν καλύτερος από κπ/κτ, είμαι μακράν ανώτερος από κπ/κτ

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El ensayo de George estaba muy por encima del de sus compañeros.

την πέφτω άγρια σε κπ, τη λέω σε κπ, τα χώνω σε κπ

(αργκό, μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Se echa encima de sus empleados cada vez que cometen el más mínimo error.

απλώνω χέρι σε κπ, σηκώνω χέρι σε κπ

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Nunca les pondría una mano encima a mis hijos, no creo en el castigo corporal.

φορτώνομαι

locución verbal (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
No te eches encima la parte práctica de mudarte, déjaselo a los hombres de la mudanza.
Μην φορτωθείς εσύ με το πρακτικό κομμάτι της μετακόμισης. Άφησέ το στη μεταφορική εταιρεία.

ξεκαθαρίζω, τακτοποιώ εκκρεμότητες

(trabajo) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Una vez que me saque de encima todo el trabajo pendiente, tú y yo celebraremos yendo a almorzar.

ξετινάζω

locución verbal (coloquial)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

διαβάζω στα γρήγορα

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
No tenía mucho tiempo, así que sólo alcancé a leer el artículo por encima.

πηδώ στην άλλη μεριά

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Yvonne saltó por encima del molinete y subió al tren sin pagar.

επιπλήττω

(λόγια)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La maestra le cayó encima al alumno por sus repetidas ausencias.
Η δασκάλα τον τιμώρησε επειδή απουσίαζε επανειλημμένα.

προεξέχω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El techo sobresale por encima del porche por casi un metro.
Η οροφή προεξέχει από τη βεράντα κατά ένα μέτρο περίπου.

ξεπερνώ

(καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Su nuevo álbum va más allá de todo lo que han logrado anteriormente.
Το νέο τους άλμπουμ ξεπερνά όλες τις προηγούμενες επιτυχίες τους.

απαλάσσω

(από βάρος, ευθύνες)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κατουριέμαι

expresión (vulgar)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Algunas de las cosas que dijo eran tan graciosas que casi me meo encima.

ίσα που ακουμπάω, μόλις που ακουμπάω

(μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El artículo apenas trata la superficie de este tema tan complejo.

δεν δίνω μεγάλη σημασία, δεν ασχολούμαι ιδιαίτερα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
No le eches un vistazo por encima al texto cuando estudies, léelo con cuidado.

επιτίθεμαι σε

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Cuando nos negamos a darles nuestros billeteros, se nos echaron encima con un par de bates de béisbol.
Όταν αρνηθήκαμε να δώσουμε τα πορτοφόλια μας, μας επιτέθηκαν με δύο ρόπαλα του μπέιζμπολ.

διαβάζω βιαστικά, ρίχνω μια ματιά

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Lean atentamente el capítulo 1 pero sólo lean por encima el capítulo 2.

περνάω πάνω από κτ

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Por suerte alcanzó a verla y le pasó por encima sin llegar a pisarla.

μιλώ πιο δυνατά από κάποιον άλλο

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Odio que la gente hable por encima de mí en las reuniones. Deja de intentar hablar por encima de mí.

με το χέρι πάνω από τον ώμο

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

με το χέρι πάνω από τον ώμο

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

στενή παρακολούθηση

locución verbal

Sé todo sobre tu comportamiento en tu anterior escuela, así que no te quitaré el ojo de encima.

πάνω από, πιο ψηλά από

locución preposicional (ιεραρχία)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El rango de general está por encima del de coronel.
Ο στρατηγός είναι ανώτερος από τον συνταγματάρχη στην ιεραρχία.

πάνω από

locución adverbial (σε μεγάλο ύψος)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El nuevo edificio sobresale muy por encima de los demás.

στην κορυφή

(κυριολεκτικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La judoka tiró a su oponente al suelo y cayó encima de él.

επιτίθεμαι σε κπ

Los boxeadores se atacaban con ferocidad el uno al otro.

βλάπτω τον εαυτό μου

(figurado, coloquial)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Te estás enterrando solo con tus comentarios groseros y agresivos.
Βλάπτεις τον εαυτό σου με τα αγενή και επιθετικά σχόλιά σου.

παίρνω τον έλεγχο

locución verbal (familiar)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

συνέρχομαι γρήγορα από κτ

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Desearía que Jenna se sacara de encima el mal humor.

πάταω

(μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tienes que pasar por encima de la gente para conseguir lo que quieres en este negocio.

πέφτω πάνω σε κτ

locución verbal (literal)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
El techo del dormitorio se nos vino encima durante el huracán.
Η οροφή του υπνοδωματίου έπεσε πάνω μας κατά τη διάρκεια του τυφώνα.

διασχίζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Pasamos por encima de las Montañas Rocosas en nuestra épica caminata.

ξεφεύγω

(figurado) (από κάποιον)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Se sacó de encima al defensor que lo marcaba y metió el gol.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Κάποιος με ακολουθούσε, αλλά κατάφερα να του ξεφύγω.

απομακρύνω,διώχνω

locución verbal (alguien) (καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los guardias se quitaron de encima al hombre que empezó la pelea.
Οι φρουροί απομάκρυναν τον τύπο που έμπλεξε σε καυγά.

συνταράσσω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

επιτίθεμαι σε κπ

(informal)

Uno de los hombres se le vino encima a Ed con un cuchillo.

κριτικάρω

(figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Olivia se echó encima de su esposo por no ofrecerle a los invitados otro trago.

ξεπερνάω, ξεπερνώ, υπερβαίνω

locución verbal (figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Prudence esperaba poder estar por encima de los rumores mezquinos y el comportamiento retrógrado de los del barrio.

πνίγω

locución verbal (figurado) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Dentro de la pequeña habitación sentía que las paredes se le venían encima.
Μέσα στο μικρό δωμάτιο, ένιωθε σαν να τον έπνιγαν οι τοίχοι.

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του encima στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του encima

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.