Τι σημαίνει το casa στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης casa στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του casa στο ισπανικά.

Η λέξη casa στο ισπανικά σημαίνει σπίτι, σπίτι, σπίτι, σπίτι, φωλιά, σπίτι, τέρμα, αίθουσα, Οίκος, εστία, μάνα, οίκος, σπίτι, πατρίδα, οίκος, κτίριο, σπιτικό, σπίτι, μονοκατοικία, το σπίτι σου, τόπος κατοικίας, σπίτι, έδρα, σπίτι, κατοικία, κατοικία, σπίτι, σπίτι, φωλιά, φωλίτσα, παντρεύω, παντρεύω κτ με κτ, συνδυάζω, ταιριάζω, παντρεύω, παντρεύω, γηπεδούχος, σπίτι, επιστρέφω σπίτι, πλοηγούμαι, οδηγώ στην πατρίδα, στέλνω στην πατρίδα, καζίνο, αγροικία, έπαυλη, βίλα, οίκος ανοχής, ιδιοκτήτης, ιδιοκτήτρια, έπαυλη, ενεχυροδανειστής, ενεχυροδανείστρια, που δουλεύει από το σπίτι, άσυλο απόρων, σπίτι, θυρωρείο, δημαρχείο, πρεσβυτέριο, δημαρχείο, καλοκαιρινό σπίτι, δημαρχείο, έπαυλη, εξοχική κατοικία, κατάλυμα, υπερβάλλω, απλοϊκός, σήμα κατατεθέν, τρελοκομείο, φρενοκομείο, μπουρδέλο, κωλοχανείο, είδος ισόγειας κατοικίας, φεύγω, εκδοτικός οίκος, δισκογραφική εταιρεία, μπέιζμπολ πόκερ, Γουάιτχολ, έπαυλη, καμαρώνω για το σπίτι μου, που πηγαίνει σπίτι, που επιστρέφει σπίτι, απόλυτα ασφαλής, που επιστρέφει σπίτι, που γυρνάει σπίτι, προς το σπίτι, στο σπίτι, πόρτα πόρτα, μακριά από το σπίτι, δίπλα, κερασμένος, κερασμένος από τον σεφ, μακριά από το σπίτι, καλώς ήρθες, καλωσόρισες, νοικοκυρά, τροχόσπιτο, σπίτι με μεσοτοιχία, τροχόσπιτο, νοικοκυρά, θηριοτροφείο, ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός, κατοικία, κουκλόσπιτο, πλωτό σπίτι, τροχόσπιτο, γραφείο αθλητικού συλλόγου. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης casa

σπίτι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Se acaban de comprar su primera casa.
Μόλις αγόρασαν το πρώτο τους σπίτι.

σπίτι

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Su nueva casa tiene tres baños.
Το καινούριο τους σπίτι έχει τρία μπάνια.

σπίτι

(νοικοκυριό)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Su casa es ruidosa y feliz.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Το σπιτικό του είναι πάντα χαρούμενο και γεμάτο θόρυβο.

σπίτι

nombre femenino (figurado) (μτφ: ένοικοι)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Toda la casa estaba triste por Mr. Saunders.
Ολόκληρη η οικογένεια θρηνούσε για τον κύριο Σόντερς.

φωλιά

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Algunos animales construyen sus casas de paja.
Κάποια ζώα φτιάχνουν τις φωλιές τους από άχυρο.

σπίτι

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
¿Vamos a mi casa o a la tuya?
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Θέλετε να έρθετε σε μένα απόψε ή προτιμάτε να βγούμε έξω;

τέρμα

(en juegos)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Puedo llegar a casa con una tirada más de dados.

αίθουσα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El Parlamento Británico está en la Casa de los Comunes.

Οίκος

(επίσημο)

La Casa Tudor gobernó de 1485 a 1603.

εστία

nombre femenino (facultad)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Las dos casas competirán en una regata de remo.

μάνα

nombre femenino (casino) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Nunca merece la pena jugar en el casino porque la casa siempre gana.

οίκος

nombre femenino (de Dios) (επίσημο, μτφ)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Hablad bajo cuando entréis en la casa de Dios.

σπίτι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Tienen una segunda residencia en el Mediterráneo.
Έχουν ένα δεύτερο σπίτι στη Μεσόγειο.

πατρίδα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Eché mucho de menos mi patria cuando estudiaba en el extranjero.
Μου έλειψε πολύ η πατρίδα μου όταν σπούδαζα στο εξωτερικό.

οίκος

(empresa)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Él trabaja en una agencia editorial.

κτίριο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La facultad tiene seis colegios mayores.

σπιτικό, σπίτι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La vida es callada en nuestra pequeña casa.

μονοκατοικία

nombre femenino

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Las casas de la ciudad por lo general comparten sus paredes con edificios similares.

το σπίτι σου

nombre femenino (literal)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Están construyendo una casa en esa esquina.

τόπος κατοικίας

nombre femenino

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Ésa era mi casa durante los veranos.

σπίτι

nombre femenino

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La casa estaba sujeta a impuestos.
Το νοικοκυριό όφειλε να πληρώσει φόρους.

έδρα

nombre femenino (αθλητικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A pesar de jugar en casa, no lograron sacar un empate para clasificar a la segunda ronda.

σπίτι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Tras la cena fueron a su casa a ver la televisión.
Μετά το δείπνο, πήγαν στο σπίτι του για να δουν τηλεόραση.

κατοικία

(formal)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El millonario contrató a un diseñador famoso para que diseñara su nuevo domicilio.

κατοικία

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

σπίτι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

σπίτι

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A Jane no le atrae la idea de tener una profesión, prefiere la vida en el hogar.
Στην Τζέιν δεν άρεσε η ιδέα της καριέρας και προτιμούσε τη ζωή στο σπίτι.

φωλιά, φωλίτσα

(ES) (μεταφορικά, ανεπίσημο)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Qué lindo piso que tienes.
Πολύ ωραία η φωλίτσα που έφτιαξες εδώ.

παντρεύω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παντρεύω κτ με κτ

(figurado) (μεταφορικά)

συνδυάζω, ταιριάζω

verbo transitivo (figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
A ver si puedo casar estas tazas con algún plato.
Για να δω αν μπορώ να συνδυάσω (or: ταιριάξω) αυτά τα φλιτζάνια με κάποια παρόμοια πιατάκια.

παντρεύω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El sacerdote los casó con una bonita ceremonia.
Ο ιερέας τους πάντρεψε σε μια όμορφη τελετή.

παντρεύω

verbo transitivo

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El padre, lleno de orgullo, casó a su hija con un médico.
Ο πατέρας ήταν περήφανος που πάντρεψε την κόρη του με γιατρό.

γηπεδούχος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
El equipo local va a ganar el partido.

σπίτι

locución adverbial (προς το σπίτι)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Vámonos a casa.
Πάμε σπίτι.

επιστρέφω σπίτι

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Esta paloma siempre es la más rápida en volver a casa.

πλοηγούμαι

(επίσημο)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Las palomas que vuelven a casa pueden usarse para enviar mensajes.

οδηγώ στην πατρίδα, στέλνω στην πατρίδα

locución verbal (τόπος καταγωγής)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Consiguió hacer volver a casa a la paloma desde Francia a Inglaterra.

καζίνο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Muchos estados han abierto casinos para atraer a los turistas.
Σε διάφορες πολιτείες έχουν ανοίξει καζίνο για να προσελκύσουν τουρίστες.

αγροικία

(κατοικία αγρότη)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Todo el mundo se reunió en la alquería para la cena de Acción de Gracias.

έπαυλη, βίλα

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
La villa se alzaba rodeada de varios acres de jardines.

οίκος ανοχής

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

ιδιοκτήτης, ιδιοκτήτρια

(σπίτι, διαμέρισμα)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
Jeff estaba emocionado por comprar su primera casa y convertirse en propietario.

έπαυλη

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Este fin de semana dejaremos la ciudad y visitaremos nuestro palacete en el campo.

ενεχυροδανειστής, ενεχυροδανείστρια

(de una casa de empeños)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
El prestamista me ofreció doscientos dólares por mi collar de oro.

που δουλεύει από το σπίτι

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Debido a su pobre estado de salud, Sharon es una teletrabajadora.

άσυλο απόρων

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

σπίτι

(ES) (σε πόλη)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

θυρωρείο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

δημαρχείο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

πρεσβυτέριο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

δημαρχείο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El FBI lanzó una investigación a la corrupción dentro del ayuntamiento.

καλοκαιρινό σπίτι

(AR)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Tenemos un quincho en el jardín.

δημαρχείο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Esta noche hay reunión en la municipalidad.
Θα γίνει μια συνέλευση στο δημαρχείο απόψε.

έπαυλη

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

εξοχική κατοικία

κατάλυμα

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

υπερβάλλω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Joan exageró con la fiesta por el primer cumpleaños de su hija: invitó a todo el vecindario y contrató una compañía de cáterin para el evento.
Η Τζοάν υπερέβαλε με το πρώτο πάρτι γενεθλίων της κόρης της. Προσκάλεσε όλη τη γειτονιά και προσέλαβε εταιρεία τροφοδοσίας.

απλοϊκός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

σήμα κατατεθέν

(μεταφορικά)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
La risa peculiar de Eugene era su característica distintiva.
Το ιδιαίτερο γέλιο του Γιουτζίν ήταν το σήμα κατατεθέν του.

τρελοκομείο, φρενοκομείο

(figurado)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

μπουρδέλο, κωλοχανείο

(figurado) (μτφ, αργκό, χυδαίο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

είδος ισόγειας κατοικίας

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

φεύγω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

εκδοτικός οίκος

δισκογραφική εταιρεία

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

μπέιζμπολ πόκερ

(naipes)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
En béisbol, el 3 y el 9 son comodín.

Γουάιτχολ

(casa de gobierno británica)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

έπαυλη

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

καμαρώνω για το σπίτι μου

locución adjetiva

που πηγαίνει σπίτι, που επιστρέφει σπίτι

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Después de doce meses en altamar, Connor iba de vuelta a casa.

απόλυτα ασφαλής

locución adjetiva

που επιστρέφει σπίτι, που γυρνάει σπίτι

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

προς το σπίτι

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Al último minuto decidí no ir a París y volví camino a casa.

στο σπίτι

locución adverbial

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Dejé la cartera en casa.
Άφησα το πορτοφόλι μου στο σπίτι.

πόρτα πόρτα

locución adverbial

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Empecé mi carrera vendiendo aspiradoras de casa en casa.
Ξεκίνησα πουλώντας ηλεκτρικές σκούπες πόρτα πόρτα.

μακριά από το σπίτι

locución adverbial

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Empezó a nevar y todavía estaba a una hora de casa.

δίπλα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Vive al lado con su madre y media docena de gatos.

κερασμένος

locución adjetiva (από το μαγαζί)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Las copas son cortesía de la casa.

κερασμένος από τον σεφ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Su postre viene por gentileza de la casa.

μακριά από το σπίτι

expresión

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

καλώς ήρθες, καλωσόρισες

interjección

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
Has estado fuera durante siglos. ¡Bienvenido a casa!

νοικοκυρά

locución nominal femenina

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Zoe preferiría tener una carrera antes que ser ama de casa.
Η Ζωή προτιμούσε να κάνει καριέρα από το να πάει να γίνει νοικοκυρά.

τροχόσπιτο

(AmL)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Edward enganchó la casa rodante al auto y la familia se fue de vacaciones.
Ο Έντουαρτ κότσαρε το τροχόσπιτο στο αυτοκίνητο και η οικογένεια ξεκίνησε για τις διακοπές της.

σπίτι με μεσοτοιχία

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Viven en un chalet adosado, a 32 kilómetros de Londres.

τροχόσπιτο

(AmL)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
La familia de Becka vive en una casa rodante.

νοικοκυρά

locución nominal con flexión de género

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Ellen es ama de casa y a veces es voluntaria en el albergue de animales.

θηριοτροφείο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
El zoológico tenía una colección de animales africanos en peligro de extinción.

ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός

La mayoría de los hombres del pueblo trabajaban en la central eléctrica.

κατοικία

(edificio)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Creció en un bloque de viviendas de alquiler en la zona más pobre de la ciudad.

κουκλόσπιτο

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Edgar construyó una elaborada casa de muñecas para su nieta.

πλωτό σπίτι

locución nominal femenina

Phil pasó diez años viviendo en una casa flotante.

τροχόσπιτο

(AmL) (ΗΠΑ, συντομ.)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Viajamos por el país en una casa rodante.

γραφείο αθλητικού συλλόγου

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του casa στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του casa

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.