Τι σημαίνει το frying στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης frying στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του frying στο Αγγλικά.

Η λέξη frying στο Αγγλικά σημαίνει τηγανίζω, τηγανίζομαι, ψαράκι, τηγανητή πατάτα, τηγανητές πατάτες, ψήνομαι, εκτελούμαι στην ηλεκτρική καρέκλα, στέλνω στην ηλεκτρική καρέκλα, τηγανίζω, στρογγυλή τηγανητή πατάτα, τηγανίζω, εκδήλωση στην οποία σερβίρονται ψάρια, τηγανητή πατάτα, μάγειρας που ειδικεύεται στα τηγανητά, πιάτο με τηνανητά, τηγάνι, τηγάνι, έχω κι άλλα πράγματα να κάνω, τηγανίζω κτ με λίγο λάδι, παιδί, κάτι ασήμαντο/αμελητέο, stir-fry, stir fry, στιρ φράι, stir-fry, stir fry, στιρ φράι, τηγανίζω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης frying

τηγανίζω

transitive verb (cook)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Kelsey fried the potatoes until they were golden.
Η Κέσλεϋ τηγάνισε τις πατάτες μέχρι που έγιναν χρυσαφένιες.

τηγανίζομαι

intransitive verb (food: be fried)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Put the bacon in the pan to fry.
Βάλτε το μπέικον στο τηγάνι να τηγανιστεί.

ψαράκι

noun (small fish)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
We went out fishing today but didn't even catch a fry.
Πήγαμε για ψάρεμα σήμερα αλλά δεν πιάσαμε ούτε ψαράκι.

τηγανητή πατάτα

noun (US, usually plural (french fry, thin chip)

Kate dipped a fry in ketchup and ate it.
Η Κέιτ βούτηξε μια τηγανητή πατάτα στο κέτσαπ και την έφαγε.

τηγανητές πατάτες

plural noun (US (serving of french fries)

That place serves the best steak and fries in town.
Εκείνο το μαγαζί έχει την καλύτερη μπριζόλα με τηγανητές πατάτες της πόλης.

ψήνομαι

intransitive verb (slang, figurative (be sunburned) (μεταφορικά: από τον ήλιο)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Jill fell asleep outside and fried in the sun for an hour.

εκτελούμαι στην ηλεκτρική καρέκλα

intransitive verb (slang, figurative (die by electric chair) (κατά λέξη)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
That guy's been convicted of murder; he's going to fry.

στέλνω στην ηλεκτρική καρέκλα

transitive verb (slang, figurative (execute by electric chair)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The state fried the death row inmate last week.

τηγανίζω

phrasal verb, transitive, inseparable (informal (cook by frying)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

στρογγυλή τηγανητή πατάτα

noun (usually plural (fried potato slice)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

τηγανίζω

transitive verb (boil in fat, oil)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
A popular way to cook chicken is to deep fry it so that it has a crispy skin.

εκδήλωση στην οποία σερβίρονται ψάρια

noun (US (event: fried fish is served)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Our church is having a fish fry on Friday.

τηγανητή πατάτα

noun (mainly US, often plural (thin fried stick of potato)

I'll take my hamburger with a side of french fries, please.
Θα ήθελα το χάμπουργκερ με τηγανητές πατάτες, παρακαλώ.

μάγειρας που ειδικεύεται στα τηγανητά

(fried food cook)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

πιάτο με τηνανητά

noun (UK, informal (meal: fried egg, sausage, etc.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

τηγάνι

noun (shallow pan for frying)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She served the potatoes right out of the skillet.
Σέρβιρε τις πατάτες κατευθείαν από το τηγάνι.

τηγάνι

noun (US, Aus (skillet)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

έχω κι άλλα πράγματα να κάνω

verbal expression (figurative (have [sth] else to do)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I can't wait around here, I've other fish to fry.

τηγανίζω κτ με λίγο λάδι

transitive verb (cook in a frying pan)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

παιδί

noun (slang (child) (αργκό)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Hello, small fry, what did you do at school today?

κάτι ασήμαντο/αμελητέο

noun (slang ([sb], [sth] unimportant) (αργκό)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
That big company doesn't have time to waste on small fry like us.

stir-fry, stir fry, στιρ φράι

noun (quickly pan-fried mixed dish)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
That restaurant serves an excellent stir-fry.

stir-fry, stir fry, στιρ φράι

adjective (of a pan-fried mixed dish)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
This stir-fry beef is delicious!

τηγανίζω

transitive verb (mixed dish: quickly pan-fry)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Don't put too much oil in the pan when you stir fry the chicken and peppers.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του frying στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του frying

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.