Τι σημαίνει το fun στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης fun στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του fun στο Αγγλικά.

Η λέξη fun στο Αγγλικά σημαίνει διασκέδαση, ευχάριστος, διασκεδαστικός, ευχάριστος, πλάκα, διασκέδαση, κάνω πλάκα, πολύ ωραία, πολύ καλά, αυτός που τον κοροϊδεύουν, για πλάκα, για διασκέδαση, για πλάκα, για διασκέδαση, γέλια και χαρές, ενδιαφέρουσα πληροφορία, λούνα-παρκ, που του αρέσει να διασκεδάζει, που του αρέσει να περνάει καλά, αγώνας δρόμου για φιλανθρωπικό σκοό, ευχάριστος στην παρέα, διασκεδαστικός, που λατρεύει τη διασκέδαση, που του αρέσει να περνάει καλά, ωραίος, διασκεδαστικός, πολύ διασκεδαστικός, περνάω καλά, κοροϊδεύω, φαίνεται διασκεδαστικό, φαίνεται να έχει πλάκα, κοροϊδεύω, κοροϊδεύω, κοροϊδεύω, καλό μου ακούγεται, καλό ακούγεται, διασκεδαστικό μου ακούγεται, διασκεδαστικό ακούγεται. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης fun

διασκέδαση

noun (enjoyment)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
We had a lot of fun at the party.
Κάναμε πολύ κέφι στο πάρτι.

ευχάριστος

noun (source of amusement)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
That film was fun.
Αυτή η ταινία ήταν ευχάριστη.

διασκεδαστικός

adjective (enjoyable)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
We played a fun game.
Παίξαμε ένα διασκεδαστικό παιχνίδι.

ευχάριστος

adjective (person)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
John is a fun person to be with.

πλάκα

noun (playfulness) (καθομιλουμένη, μτφ)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He came to school in a dress, just for fun.

διασκέδαση

noun (amusement)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
As the proverb says, first do your work, then enjoy your fun.

κάνω πλάκα

intransitive verb (US, regional, informal (joke, fool around) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Don't get uptight; I'm just funning.

πολύ ωραία, πολύ καλά

noun (informal ([sth] very entertaining) (διασκέδαση: πέρασα)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Thank you for inviting me to your party. I had a lot of fun.

αυτός που τον κοροϊδεύουν

noun (source of mockery)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

για πλάκα, για διασκέδαση

adverb (purely for enjoyment)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Let's take this road just for fun and see where it leads us.

για πλάκα, για διασκέδαση

expression (purely for enjoyment)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
They love taking a drive in the country just for the fun of it.

γέλια και χαρές

(frivolous activity) (καθομιλουμένη)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ενδιαφέρουσα πληροφορία

noun (often pl (amusing piece of trivia)

λούνα-παρκ

noun (amusement park attraction)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

που του αρέσει να διασκεδάζει, που του αρέσει να περνάει καλά

noun (informal ([sb] who likes to party)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αγώνας δρόμου για φιλανθρωπικό σκοό

noun (foot race, often for charity)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

ευχάριστος στην παρέα

adjective (informal (enjoyable company)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He's fun to be with and a really good friend, but I don't want to marry him.

διασκεδαστικός

adjective (enjoyable, full of merriment)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

που λατρεύει τη διασκέδαση, που του αρέσει να περνάει καλά

adjective (enjoying amusement)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Elena's fun-loving younger sister can be quite a handful sometimes.

ωραίος, διασκεδαστικός

noun ([sth] enjoyable)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
It was always good fun going sailing with my cousin's family.

πολύ διασκεδαστικός

adjective (informal (enjoyable)

Our day out at the theme park was great fun.

περνάω καλά

intransitive verb (enjoy oneself)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Let's go out and have fun this Saturday.
Ας βγούμε να διασκεδάσουμε αυτό το Σάββατο.

κοροϊδεύω

verbal expression (joke about [sb])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The media is currently having a lot of fun at the disgraced politician's expense.

φαίνεται διασκεδαστικό, φαίνεται να έχει πλάκα

(informal (appear enjoyable)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
That looks fun. May I join in?

κοροϊδεύω

verbal expression (informal (mock, ridicule)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The comedian tried to make fun of the man wearing glasses.

κοροϊδεύω

verbal expression (informal (mock)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

κοροϊδεύω

verbal expression (informal (mock [sb])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

καλό μου ακούγεται, καλό ακούγεται, διασκεδαστικό μου ακούγεται, διασκεδαστικό ακούγεται

interjection (informal (accepting a suggestion or invitation) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του fun στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του fun

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.