Τι σημαίνει το kiss στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης kiss στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του kiss στο Αγγλικά.

Η λέξη kiss στο Αγγλικά σημαίνει φιλιέμαι, φιλάω, φιλάω, φιλί, φίλημα, χάδι, σοκολατάκι, αγγίζω, ακουμπώ, αποχαιρετάω, αποχαιρετώ, γλείφω, γλείφω, φιλί στον αέρα, στέλνω ένα φιλί, στέλνω ένα φιλί σε κπ, στέλνω ένα φιλί σε κπ, φιλί με γλώσσα, φιλιέμαι με γλώσσα, φιλάω κπ με γλώσσα, τα ξαναβρίσκω, αποκαλυπτικός, γλείφω, σ' έχω γραμμένο, ταφόπλακα, το φιλί της ζωής, απόλυση. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης kiss

φιλιέμαι

intransitive verb (join lips)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
They kissed passionately.
Φιλήθηκαν με πάθος.

φιλάω

transitive verb (press lips together with [sb])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She kissed him.
Τον φίλησε.

φιλάω

transitive verb (touch lightly with the lips) (απαλά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She kissed his cheek.
Του φίλησε το μάγουλο.

φιλί

noun (a touch with the lips)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Imogen's kiss took James by surprise.
Το φιλί της Ίμοτζεν ξάφνιασε τον Τζέιμς.

φίλημα, χάδι

noun (figurative (slight touch) (μτφ: απαλό άγγιγμα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He felt the kiss of the breeze on his bare arm.
Ένιωσε το φίλημα (or: χάδι) του ανέμου στο γυμνό του μπράτσο.

σοκολατάκι

noun (US, ® (chocolate) (σοκολάτα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I got a box of chocolate Kisses for Valentine's Day.
Πήρα ένα κουτί σοκολατάκια για τη μέρα του Αγίου Βαλεντίνου.

αγγίζω, ακουμπώ

transitive verb (figurative (touch gently) (ακουμπώ απαλά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The white ball was just kissing the eight ball.
Η λευκή μπάλα μόλις που ακουμπούσε (or: χάιδευε) τη μαύρη μπάλα.

αποχαιρετάω, αποχαιρετώ

phrasal verb, transitive, separable (US, figurative, slang (disregard, consider lost) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Kiss off your inheritance: your mother left everything to her cousins twice removed.

γλείφω

phrasal verb, intransitive (figurative, slang (be obsequious) (αργκό, μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I can't stand Kate; she's always kissing up at work.

γλείφω

phrasal verb, transitive, inseparable (figurative, slang (be obsequious towards) (αργκό, μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
You can kiss up to your boss but you're still not guaranteed a pay rise.

φιλί στον αέρα

noun (gesture: kiss without contact)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

στέλνω ένα φιλί

verbal expression (kiss hand and blow)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

στέλνω ένα φιλί σε κπ

verbal expression (kiss hand and blow)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

στέλνω ένα φιλί σε κπ

verbal expression (kiss hand and blow)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

φιλί με γλώσσα

noun (slang (kiss with tongues)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
What kind of kiss was it? A French kiss?
Τι φιλί ήταν; Με γλώσσα;

φιλιέμαι με γλώσσα

intransitive verb (slang (kiss with tongues)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The couple argued about whether it was appropriate to French kiss at a wedding.
Το ζευγάρι διαφωνούσε για το αν είναι σωστό να φιλιέσαι με γλώσσα σε ένα γάμο.

φιλάω κπ με γλώσσα

transitive verb (slang (kiss using tongue)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

τα ξαναβρίσκω

verbal expression (informal, figurative (be reconciled) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The pair kissed and made up after a nine-year feud.

αποκαλυπτικός

adjective (informal (revealing [sth] private for money)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

γλείφω

verbal expression (vulgar, slang (creep, toady) (καθομιλουμένη, αργκό, μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

σ' έχω γραμμένο

interjection (slang, vulgar (expressing defiance or contempt)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)
You don't like it? Well, kiss my ass!
Δεν σου αρέσει; Λοιπόν, σ' έχω γραμμένο!

ταφόπλακα

noun (figurative ([sth] with a destructive effect) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
This timeslot has proved to be the kiss of death for many previous programs.

το φιλί της ζωής

noun (mainly UK, informal (mouth-to-mouth resuscitation) (μεταφορικά)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

απόλυση

noun (mainly US, figurative, slang (dismissal, as from a job) (από δουλειά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του kiss στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του kiss

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.