Τι σημαίνει το pounded στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης pounded στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του pounded στο Αγγλικά.

Η λέξη pounded στο Αγγλικά σημαίνει λίβρα, λίρα Αγγλίας, λίρα, ο μπόγιας, μάντρα, χτυπάω δυνατά, βαράω, βαρώ, κοπανάω, κοπανώ, βαράω, βαρώ, κοπανάω, κοπανώ, χτυπάω, χτυπώ, χτυπάω, χτυπώ, κτυπώ, χτυπώ, επιμένω, εμμένω, κτυπώ, χτυπώ, επιμένω, εμμένω, δακτυλογραφώ, με τη λίβρα, άσυλο για αδέσποτα σκυλιά, κατάστημα που πουλά πολύ φτηνά πράγματα, συνήθως στην τιμή του ενός δολαρίου ή της μίας λίρας, παντεσπάνι, αναλογικά, δίεση, χαρτονόμισμα μίας αγγλικής λίρας, αποπληρωμή, εξόφληση, κοπανώ, δίεση, σύμβολο της λίρας Αγγλίας, στερλίνα, λίρα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης pounded

λίβρα

noun (unit of weight: 454 grams)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I need a pound of courgettes and half a pound of tomatoes for this recipe.
Χρειάζομαι μια λίβρα κολοκυθάκια και μισή λίβρα τομάτες για αυτή τη συνταγή.

λίρα Αγγλίας

noun (British currency: sterling)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The pound is strong against the euro at the moment.
Η λίρα Αγγλίας είναι πιο ισχυρή από το ευρώ αυτή τη στιγμή.

λίρα

noun (often plural (British money: one pound)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The entrance fee is ten pounds per person.
Η είσοδος κοστίζει δέκα λίρες το άτομο.

ο μπόγιας

noun (enclosure for stray dogs) (καθομιλουμένη)

The dog catcher takes stray dogs to the pound.

μάντρα

noun (enclosure for vehicles)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Neil was parked illegally, so his car was taken to the pound.

χτυπάω δυνατά

intransitive verb (heart: beat hard)

James had been running fast and his heart was pounding.
Ο Τζέιμς έτρεχε γρήγορα και η καρδιά του χτυπούσε δυνατά.

βαράω, βαρώ, κοπανάω, κοπανώ

transitive verb (beat, strike hard)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Lydia pounded the door, demanding to be let in. The waves pounded the rocks.
Η Λυδία χτυπούσε την πόρτα, απαιτώντας να μπει μέσα.

βαράω, βαρώ, κοπανάω, κοπανώ

(hit hard) (κάτι, σε κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Woken by his neighbour's loud music, Leon pounded on the wall in protest.

χτυπάω, χτυπώ

transitive verb (figurative (type: on keyboard)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The secretary was pounding the keys, trying to get the report finished in time to go in the post.

χτυπάω, χτυπώ

transitive verb (grind to powder)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Pound the spices in a mortar, until you have a fine powder.

κτυπώ, χτυπώ

phrasal verb, intransitive (literal (bang repeatedly at [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The young drummer pounded away at his drums, while dreaming of being a famous rock drummer.

επιμένω, εμμένω

phrasal verb, intransitive (figurative (persevere) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κτυπώ, χτυπώ

phrasal verb, transitive, inseparable (bang repeatedly)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

επιμένω, εμμένω

phrasal verb, transitive, inseparable (figurative (persevere with) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

δακτυλογραφώ

phrasal verb, transitive, separable (produce by typing)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She pounded out the last chapter of her novel in record time.

με τη λίβρα

adverb (weight: per imperial pound) (κατά λέξη)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
It is more expensive to buy apples individually than by the pound.

άσυλο για αδέσποτα σκυλιά

noun (shelter for stray dogs)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κατάστημα που πουλά πολύ φτηνά πράγματα, συνήθως στην τιμή του ενός δολαρίου ή της μίας λίρας

noun (shop selling cheap items)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
These sunglasses were only a buck at the dollar store. Jane's present looked as if it had been bought in a pound shop.

παντεσπάνι

noun (baking: sponge cake)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Traditional poundcake calls for a pound of butter, a pound of eggs, a pound of sugar, and a pound of flour.

αναλογικά

adverb (proportionally)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Pound for pound, these two wrestlers are well-matched.

δίεση

noun (keyboard, phone: #)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Next, enter the amount, followed by the pound key.

χαρτονόμισμα μίας αγγλικής λίρας

noun (paper money: one pound sterling)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αποπληρωμή, εξόφληση

noun (figurative (repayment of debt) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
You've had your pound of flesh - now leave me in peace.

κοπανώ

transitive verb (rhythm: produce by banging) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

δίεση

noun (hash mark)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

σύμβολο της λίρας Αγγλίας

noun (British pound symbol)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

στερλίνα, λίρα

noun (British unit of currency)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The pound sterling's doing very badly against the Euro and the dollar, as usual.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του pounded στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του pounded

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.