Τι σημαίνει το post στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης post στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του post στο Αγγλικά.

Η λέξη post στο Αγγλικά σημαίνει ταχυδρομείο, αλληλογραφία, ταχυδρομείο, θέση, φυλάκιο, στρατόπεδο, στέλνω, αναρτώ, αναρτώ, δημοσιεύω, θέση, σταθμός εμπορικών συναλλαγών, κολόνα, δοκάρι, δημοσίευση, ανάρτηση, ενδορριζικός άξονας, μετα-, καλύπτω, δημοσιεύω, βάζω, σημειώνω, περνάω, τοποθετώ κπ σε κτ, τοποθετώ, ταχυδρομείο, ταχυδρομείο, αλληλογραφία, mail, email, e-mail, ταχυδρομικός, ταχυδρομώ, στέλνω με email, στέλνω, στέλνω mail, στέλνω email, αναρτώ, ταχυδρομικώς, εκ των υστέρων, πάσσαλος φράχτη, νικητής, νικήτρια, πλειοψηφικό σύστημα, από τον Άννα στο Καϊάφα, από το κακό στο χειρότερο, κεντρικό ταχυδρομικό κατάστημα, δοκάρι, στύλος για δέσιμο ζώων, καθ' οδόν, φανοστάτης, σημείο ακρόασης, γραμματοκιβώτιο, παρατηρητήριο, υπηρεσία δεμάτων, δέμα, κάρτα, νικάω κπ την τελευταία στιγμή, κερδίζω κπ την τελευταία στιγμή, ταχυδρομείο, ταχυδρομική θυρίδα, αποστολή και συσκευασία, πληρώνω εγγύηση για κπ, καρτ-ποστάλ, καρτ-ποστάλ, εκ των υστέρων, μετά μεσημβρίας, ταχυδρομείο, Ταχυδρομική Υπηρεσία, ταχυδρομική θυρίδα, υστερόγραφο, μεταδευτεροβάθμιος, μετά από ατύχημα, μετά τη συνουσία, μετά την κατανάλωση, μετά τη χρήση, μεταϊμπρεσιονισμός, μεταϊμπρεσιονιστικός, χαρτάκι σημειώσεων, γυναίκα μετά την εμμηνόπαυση, διαταραχή μετατραυματικής καταπόνησης, διαταραχή μετατραυματικού στρες, της μετα-αλήθειας, ταχυδρομικός κώδικας, μεταδιδακτορικός, μεταβιομηχανικός, μετά την κλιμακτήριο, μετακλιμακτηρικός, μετεμμηνοπαυσιακός, νεκροψία, ανάλυση εκ των υστέρων, μεταθανάτιος, νεκροψία, επιλόχεια κατάθλιψη, μεταπολεμικός, μεταπολεμικός, συστημένη επιστολή, σταθμός ανάπαυσης, σταθμός ανάπαυσης, κολόνα τηλεφώνου, κατάστημα σε ερημική περιοχή, κενή θέση. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης post

ταχυδρομείο

noun (UK, uncountable (mail delivery)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The bill is going out in today's post.
Ο λογαριασμός θα σταλεί με το σημερινό ταχυδρομείο.

αλληλογραφία

noun (UK, uncountable (mail: letters, parcels, etc.)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Can you check today's post for the letter from the bank?
Μπορείς να δεις αν είναι η επιστολή από την τράπεζα στη σημερινή αλληλογραφία;

ταχυδρομείο

noun (UK, uncountable (mail delivery system)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The post is slow in rural areas.
Το ταχυδρομείο καθυστερεί στις αγροτικές περιοχές.

θέση

noun (job, position) (εργασίας)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Lee was hired for a post in government.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το πόστο του είναι στην αποθήκη και σηκώνει βάρη όλη μέρα.

φυλάκιο

noun (military station)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The soldiers were sent to a surveillance post near the front lines.
Οι στρατιώτες στάλθηκαν σε ένα φυλάκιο παρακολούθησης κοντά στην πρώτη γραμμή.

στρατόπεδο

noun (military camp)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The sergeant is respected on this post.
Ο λοχίας χαίρει εκτίμησης σε αυτό το στρατόπεδο.

στέλνω

transitive verb (UK (send by mail)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I posted the letter today.
Έστειλα το γράμμα σήμερα.

αναρτώ

transitive verb (display on notice board, etc.)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The professor posted the test results in the hallway.
Ο καθηγητής ανάρτησε τα αποτελέσματα των εξετάσεων στον διάδρομο.

αναρτώ, δημοσιεύω

transitive verb (share on internet)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She posted her favorite quote on her profile page.
Ανάρτησε (or: Δημοσίευσε) την αγαπημένη της φράση στη σελίδα του προφίλ της.

θέση

noun (place where task is carried out)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Last year, Janine helped construct wells at her post in Africa.

σταθμός εμπορικών συναλλαγών

noun (trading post)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
The trappers entered the trading post.

κολόνα

noun (pole)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The car hit a post.

δοκάρι

noun (goalpost)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The ball bounced off the post.

δημοσίευση, ανάρτηση

noun (forum message)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The third post in the thread had the answer he was looking for.

ενδορριζικός άξονας

noun (rod used to repair tooth structure) (για δόντια)

The dentist fitted her with a post to keep the crown stable.

μετα-

prefix (after, later)

On Sundays I enjoy a post-lunch stroll in the park. The country experienced an economic boom in the postwar years.
Τις Κυριακές απολαμβάνω μια βόλτα στο πάρκο μετά το μεσημεριανό.

καλύπτω

transitive verb (cover with posters) (με αφίσες)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The boys posted the fence with concert advertisements.
Τα αγόρια γέμισαν το φράχτη με αφίσες για τη διαφήμιση της συναυλίας.

δημοσιεύω

transitive verb (publish, advertise)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The company posted the job vacancies in the newspaper.
Η εταιρεία δημοσίευσε τις κενές θέσεις εργασίας στην εφημερίδα.

βάζω

transitive verb (US (score)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The visiting team posted a goal in the first half.
Η φιλοξενούμενη ομάδα σκόραρε στο πρώτο μισό του αγώνα.

σημειώνω

transitive verb (mark in a ledger)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The business posted a profit.
Η επιχείρηση σημείωσε κέρδη.

περνάω

transitive verb (update a ledger)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Post today's numbers in the general ledger.
Πέρνα τους σημερινούς αριθμούς στο γενικό εμπορικό βιβλίο.

τοποθετώ κπ σε κτ

(often passive (assign [sb] to a station)

The enlisted man was posted to a sniper unit near the town.
Ο στρατολογημένος άνδρας τοποθετήθηκε σε μια μονάδα ελεύθερων σκοπευτών κοντά στην πόλη.

τοποθετώ

(assign [sb] to a job)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She was posted from headquarters to a field office.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο διευθυντής τοποθέτησε τη Μαρία σε μια θέση που απαιτεί ιδιαίτερα προσόντα.

ταχυδρομείο

noun (mainly US, uncountable (postal delivery)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The mail has not arrived yet.
Δεν έφτασε ακόμη το ταχυδρομείο.

ταχυδρομείο

noun (uncountable (postal system)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The mail in other countries is slow.
Η ταχυδρομική υπηρεσία σε άλλες χώρες είναι πολύ αργή.

αλληλογραφία

noun (mainly US, uncountable (letters, parcels, etc.)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I put today's mail on the table.
Άφησα τη σημερινή αλληλογραφία στο τραπέζι.

mail, email, e-mail

noun (e-mail)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
My computer makes a sound to let me know I've got mail.
Ο υπολογιστής μου κάνει έναν ήχο κάθε φορά που έχω mail.

ταχυδρομικός

noun as adjective (postal)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Steve and his wife are both mail workers.
Ο Στιβ και η γυναίκα του είναι και οι δύο ταχυδρομικοί υπάλληλοι.

ταχυδρομώ

transitive verb (uncountable (send by post)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I'm going to mail a letter today.
Θα στείλω το γράμμα σήμερα ταχυδρομικά (or: μέσω ταχυδρομείου).

στέλνω με email

(informal (send by e-mail)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Please mail the file to me.
Σε παρακαλώ στείλε μου το αρχείο με email.

στέλνω

transitive verb (informal (send an e-mail to)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Can you mail me the details?
Μπορείς να μου στείλεις ηλεκτρονικά (or: μέσω email) τις λεπτομέρειες;

στέλνω mail, στέλνω email

intransitive verb (informal (correspond by e-mail)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I prefer to talk on the telephone, but many people just mail.
Εγώ προτιμώ να μιλώ στο τηλέφωνο, αλλά πολλοί απλά στέλνουν email.

αναρτώ

phrasal verb, transitive, separable (display: a notice, etc.)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The manager posted up the team selection in the changing room an hour before the game.
Ο διευθυντής ανάρτησε το πρόγραμμα της σχολής χορού στον πίνακα του διαδρόμου.

ταχυδρομικώς

adverb (through the mail) (λόγιος, καθομιλουμένη)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Can you either fax it to me or send it by post?

εκ των υστέρων

(Latin (based on analysis)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πάσσαλος φράχτη

noun (stake or picket of a fence)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
You should install the fence posts in postholes that are deep enough to go below the frostline.

νικητής, νικήτρια

adjective (winner of race)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
Pete won some money because he bet on the horse that was first-past-the-post.

πλειοψηφικό σύστημα

noun (election by simple majority) (εκλογές)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
First-past-the-post is the electoral system used to elect parliament in the UK.

από τον Άννα στο Καϊάφα

expression (figurative (from place to place) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

από το κακό στο χειρότερο

expression (figurative (from one bad situation to another)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κεντρικό ταχυδρομικό κατάστημα

noun (US (main post office branch)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
The general post office is located in the neighborhood of Chelsea.

δοκάρι

noun (upright bar indicating goal area) (σπορ: τέρμα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The football player danced under the goalpost.

στύλος για δέσιμο ζώων

noun (post to which animal is fastened)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The cowboy tied his horse to the hitching post outside the saloon and went in for a beer.

καθ' οδόν

adjective (in postal system) (για ταχυδρομική αποστολή)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
My application is in the mail, so you should be receiving it soon.

φανοστάτης

noun (post of a street lamp)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The street was lined with trees and lampposts.

σημείο ακρόασης

noun (position for obtaining information on an enemy)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
The intelligence services set up secret listening posts behind enemy lines.

γραμματοκιβώτιο

noun (in street: post box)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The mailbox is emptied twice a day.
Το γραμματοκιβώτιο αδειάζεται δυο φορές τη μέρα.

παρατηρητήριο

noun (lookout, observation point) (κτίσμα)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The army has set up a series of observation posts.

υπηρεσία δεμάτων

noun (postal service for packages) (ταχυδρομείο)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

δέμα

noun (US (postal rate packages) (ταχυδρομείο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

κάρτα

noun (postcard with a scenic view)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
She sent a picture postcard of the Alps to her mother.

νικάω κπ την τελευταία στιγμή, κερδίζω κπ την τελευταία στιγμή

verbal expression (figurative, informal, often passive (defeat at the last moment)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Roger thought he was going to win the race, but he was pipped at the post by one of the other runners.

ταχυδρομείο

noun (written, initialism (Post Office)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ταχυδρομική θυρίδα

noun (number used as mailing address) (Τ.Θ.)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I would prefer if you sent it to my PO Box instead of my house.

αποστολή και συσκευασία

noun (delivery costs)

The price includes post and packing.

πληρώνω εγγύηση για κπ

verbal expression (pay for [sb]'s release from prison)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The thief sits in jail because no one would post bail for him.

καρτ-ποστάλ

noun (souvenir greetings card)

(ουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Don't forget to send me a postcard.

καρτ-ποστάλ

noun (card for posting without envelope)

(ουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Entries for the competition should be sent on a postcard to the following address.

εκ των υστέρων

adverb (after the fact)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Analysis of the results of the experiment were completed post hoc.

μετά μεσημβρίας

adverb (Latin (in the afternoon, evening)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
The meeting commenced at three o'clock, post meridiem.

ταχυδρομείο

noun (place where mail is sorted)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I'm going to the post office to send this parcel to my brother.
Πάω στο ταχυδρομείο να στείλω αυτό το δέμα στον αδερφό μου.

Ταχυδρομική Υπηρεσία

noun (UK (organization that delivers mail)

The government is planning to privatize the post office.
Η κυβέρνηση σχεδιάζει να ιδιωτικοποιήσει την Ταχυδρομική Υπηρεσία.

ταχυδρομική θυρίδα

noun (number used as mailing address)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
FedEx will not deliver packages to post office box addresses.
H FedEx δεν παραδίδει δέματα σε διευθύνσεις με ταχυδρομική θυρίδα.

υστερόγραφο

noun (P.S.: addition to a letter)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

μεταδευτεροβάθμιος

adjective (education: tertiary)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The scheme is intended to address the specific needs of post-secondary students. We provide courses for learners at a post-secondary, but not tertiary, level.

μετά από ατύχημα

adjective (after an accident)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The patient was suffering from post-accident shock.

μετά τη συνουσία

adjective (after sexual intercourse)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

μετά την κατανάλωση, μετά τη χρήση

adjective (recycled)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The company produces post-consumer recycled plastic products.

μεταϊμπρεσιονισμός

noun (art movement)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

μεταϊμπρεσιονιστικός

adjective (of early 1900s art movement)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

χαρτάκι σημειώσεων

noun (® (adhesive notepaper)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
I left a Post-it note on the fridge door, reminding Anna to buy some milk.

γυναίκα μετά την εμμηνόπαυση

noun (female who no longer menstruates)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

διαταραχή μετατραυματικής καταπόνησης, διαταραχή μετατραυματικού στρες

noun (psychological effects of a trauma)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Many veterans of the Vietnam War still suffer from post-traumatic stress disorder, PTSD.

της μετα-αλήθειας

adjective (not valuing objective facts)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ταχυδρομικός κώδικας

noun (UK (zip code, address code)

What is the postcode for your home in London?

μεταδιδακτορικός

adjective (taking place after a PhD)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

μεταβιομηχανικός

adjective (not dependent on industry anymore) (μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Many post-industrial cities have suffered an economic decline.

μετά την κλιμακτήριο

adjective (woman: no longer menstruating)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

μετακλιμακτηρικός, μετεμμηνοπαυσιακός

adjective (period: after the menopause)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

νεκροψία

noun (Latin (autopsy, examination of a corpse) (οπτική επιθεώρηση)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The postmortem showed death by natural causes.

ανάλυση εκ των υστέρων

noun (figurative, Latin (analysis after an event)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The coach organized a postmortem to discuss why the team lost.

μεταθανάτιος

adjective (Latin (taking place after death)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

νεκροψία

noun (autopsy) (χωρίς τομές)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
They don't know how he died – that's why they're doing a post-mortem examination.

επιλόχεια κατάθλιψη

noun (US, informal, abbreviation (postnatal depression)

μεταπολεμικός

adjective (after a war)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

μεταπολεμικός

adjective (after Second World War)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

συστημένη επιστολή

noun (insured first-class letters, parcels) (γράμμα)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
We recommend that valuable items be sent by registered mail. I'd like to send this parcel by registered post, please.
Θα ήθελα να στείλω αυτό το πακέτο ως συστημένο, παρακαλώ.

σταθμός ανάπαυσης

noun (troop assembly area before setting off)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

σταθμός ανάπαυσης

noun (any area of assembly before setting off)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

κολόνα τηλεφώνου

noun (structure supporting phone lines)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κατάστημα σε ερημική περιοχή

noun (store in unsettled region)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κενή θέση

noun (available position, job to be filled)

I've heard there's a vacant post in this company.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του post στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του post

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.