Τι σημαίνει το pressure στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης pressure στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του pressure στο Αγγλικά.

Η λέξη pressure στο Αγγλικά σημαίνει πίεση, πίεση, πίεση, πίεση, πίεση, βαρομετρικό, πιέζω, πιέζω, πιέζω, πιέζω, ατμοσφαιρική πίεση, ατμοσφαιρική πίεση, πιέζω, πιέζω, πιέζω, πιέζω, περιοχή χαμηλής πίεσης, ατμοσφαιρική πίεση, πίεση επιστροφής, βαρομετρική πίεση, έλκος κατακλίσεως, έλκος κατάκλισης, πίεση, περιχειρίδα σφυγµοµανόµετρου, υπερβολική πίεση, υπερβολική πίεση, υπέρταση, πιεστική κατάσταση, υψηλή πίεση, αγχωτικός, πιεστικός, υπόταση, δεν σε πιέζω, πίεση λαδιού, κοινωνική πίεση, χύτρα ταχύτητας, πιεστική κατάσταση, μανόμετρο, πιεσόμετρο, ομάδα άσκησης πολιτικής πίεσης, δείκτης πίεσης, παλμός, σφυγμός, πιεστική κατάσταση, ρυθμιστής πίεσης, βαλβίδα πίεσης, εκτόνωση, διέξοδος, μαγειρεύω σε χύτρα ταχύτητας, μαγειρεύω σε χύτρα, ασκώ πίεση, πιέζω, ασκώ πίεση, πιέζω, απαλάσσω, αποσυμφορώ, ζώνη υψηλών ατμοσφαιρικών πιέσεων, κοινωνική πίεση, πίεση χρόνου, πίεση ελαστικών, υπό πίεση, πίεση νερού, δουλεύω υπό πίεση, εργάζομαι υπό πίεση. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης pressure

πίεση

noun (force applied)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The pressure of the rubble from the fallen building was too great for Alf to push it off.
Η πίεση από τα μπάζα του γκρεμισμένου κτιρίου ήταν πολύ μεγάλη για να τα απομακρύνει ο Άλφ.

πίεση

noun (force: of water, air, etc.)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The house had very low water pressure, making showering difficult.
Το νερό στο σπίτι είχε πολύ χαμηλή πίεση, και ήταν δύσκολο να κάνεις ντους.

πίεση

noun (figurative (influence)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The Senator used pressure to influence his peers.
Ο γερουσιαστής χρησιμοποιούσε πίεση για να επηρεάζει τους ομότιμούς του.

πίεση

noun (figurative (mental stress)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Wes is under a lot of pressure.
Ο Γουές βρίσκεται σε μεγάλη πίεση.

πίεση

plural noun (stresses: obligations, etc.)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The pressures of work and home were getting to her, so she decided to take a vacation.
Η πίεση από τη δουλειά και το νοικοκυριό της τη ζόριζε και έτσι αποφάσισε να πάει διακοπές.

βαρομετρικό

noun (weather)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
There is an area of high pressure over the state.
Πάνω από την πολιτεία υπάρχει μια περιοχή με υψηλό βαρομετρικό.

πιέζω

verbal expression (figurative (coerce) (κάποιον να κάνει κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The older kids pressured Ben into stealing some candy.

πιέζω

verbal expression (figurative (coerce) (κάποιον να κάνει κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The salesman pressured his customer to buy.

πιέζω

transitive verb (figurative (coerce)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I'll tell you when I'm ready; don't pressure me!

πιέζω

(figurative (coerce)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She was pressured into marriage when she was too young.

ατμοσφαιρική πίεση

noun (atmospheric force)

Masses of high and low air pressure create the weather on Earth.

ατμοσφαιρική πίεση

noun (degree of atmospheric force)

The current temperature is -1, and the air pressure is 1016 millibars.

πιέζω

(press firmly)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
If you get a nosebleed, you should pinch your nose and apply pressure.

πιέζω

(press firmly on [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Applying pressure to the cut will stop the bleeding.

πιέζω

(figurative (try to persuade) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
What the army calls "applying pressure to prisoners" other people might call "torture".

πιέζω

(figurative (try to persuade) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
MPs are applying pressure on the government to spend more money on education.

περιοχή χαμηλής πίεσης

noun (meteorology)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A stationary area of low pressure over the Great Lakes has brought us a week of rain and fog.

ατμοσφαιρική πίεση

noun (air pressure)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I have trouble breathing when the atmospheric pressure drops.

πίεση επιστροφής

noun (force going against flow)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
An obstruction in the water pipe was causing back pressure.

βαρομετρική πίεση

noun (atmospheric force)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Hurricanes have low barometric pressure.

έλκος κατακλίσεως, έλκος κατάκλισης

noun (bedridden person's pressure sore)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
The nurses turned the patient daily to prevent him getting bed sores.

πίεση

noun (on vessels) (του αίματος)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The doctor told me that my blood pressure was rather high.
Ο γιατρός μου είπε ότι έχω υψηλή πίεση.

περιχειρίδα σφυγµοµανόµετρου

noun (medical device)

The nurse placed a blood pressure cuff around my arm.

υπερβολική πίεση

noun (physical force)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The police were accused of using excessive pressure to break up the demonstration.

υπερβολική πίεση

noun (coercion)

Many employees feel under excessive pressure to work extra hours.

υπέρταση

noun (medicine: hypertension) (παθολογία)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Exercise and diet are the best way to control high blood pressure.

πιεστική κατάσταση

noun (intense or stressful situation)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She has been working under high pressure to pass her exams.

υψηλή πίεση

noun (oppressive weather conditions) (μετεωρολογία)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
An area of high pressure is building over the Atlantic.

αγχωτικός, πιεστικός

noun as adjective (stressful)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
She has a high-pressure job.

υπόταση

noun (hypotension)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Low blood pressure can make you feel dizzy.

δεν σε πιέζω

interjection (informal, ironic (indicating urgency)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
If you answer the next question correctly, you will win the £1000 prize; no pressure!

πίεση λαδιού

noun (force that keeps engine lubricated) (κινητήρας)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I checked the oil pressure and it was a bit low.

κοινωνική πίεση

noun (feeling of needing to conform)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Teenagers find it hard to resist peer pressure.
Οι έφηβοι το βρίσκουν δύσκολο να αντισταθούν στην κοινωνική πίεση.

χύτρα ταχύτητας

noun (literal (pot that cooks by pressurized steam)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I prefer to cook my rice in a pressure cooker.

πιεστική κατάσταση

noun (figurative (pressurized situation) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The board meeting was a real pressure cooker – I thought the chairman was going to explode!

μανόμετρο, πιεσόμετρο

noun (instrument: measures pressure)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Check the pressure gauge to make sure the tires are full.
Έλεγξε με το πιεσόμετρο για να δεις αν τα λάστιχα χρειάζονται αέρα.

ομάδα άσκησης πολιτικής πίεσης

noun (organization that campaigns or lobbies)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Conservative pressure groups are intent on hindering the president's agenda.

δείκτης πίεσης

noun (instrument that indicates pressure)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The pressure indicator shows the current pressure level inside the cooker.

παλμός, σφυγμός

noun (anatomy: pulse point)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The human body has many highly sensitive pressure points.

πιεστική κατάσταση

noun (figurative (situation likely to cause trouble) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The disputed territories remain a pressure point between the two countries.

ρυθμιστής πίεσης

noun (instrument: stable pressure)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
The pressure regulator controls the pressure inside the pressure cooker.

βαλβίδα πίεσης

noun (device: controls pressure)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The plumber replaced the pressure valve on the water heater.

εκτόνωση, διέξοδος

noun (figurative (for emotional release) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Boxing is often used as a pressure valve for juvenile delinquents.

μαγειρεύω σε χύτρα ταχύτητας, μαγειρεύω σε χύτρα

transitive verb (method of cooking food)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Pressure-cook the potatoes for about 7 minutes.

ασκώ πίεση, πιέζω

transitive verb (literal (apply force to)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Put pressure on the cut to stop the bleeding.

ασκώ πίεση, πιέζω

transitive verb (figurative (compel, coerce) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The mayor put pressure on the police to drop the case.

απαλάσσω

verbal expression (unburden)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The company is hiring extra workers to relieve the pressure on their existing staff.

αποσυμφορώ

verbal expression (decongest)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The expansion of the rail network will relieve the pressure on the roads.

ζώνη υψηλών ατμοσφαιρικών πιέσεων

noun (weather forecast: elongated area of high atmospheric pressure)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A ridge of high pressure is lying over the country, so it should be fine for the next few days.

κοινωνική πίεση

noun (others' expectations)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Some communities place a great deal of social pressure on women to get married.

πίεση χρόνου

noun (stress of an imminent deadline)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Students perform do not perform well when they feel stressed because of time pressure.

πίεση ελαστικών

noun (air pressure inside tire)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

υπό πίεση

adverb (subjected to coercion)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
He was under pressure to make a decision so he finally said "yes.".

πίεση νερού

noun (force of water under compression)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
A leak from a pipe caused a reduction in the water pressure.

δουλεύω υπό πίεση, εργάζομαι υπό πίεση

verbal expression (do job during stressful time) (μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του pressure στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του pressure

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.