Τι σημαίνει το safety στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης safety στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του safety στο Αγγλικά.

Η λέξη safety στο Αγγλικά σημαίνει ασφάλεια, ασφάλεια, επίτευξη ασφαλούς συμπεριφοράς, πυρασφάλεια, ασφάλεια τροφίμων, υγεία και ασφάλεια, ασφάλεια μοτοσυκλετών, ασφάλεια μηχανών, δημόσια ασφάλεια, οδική ασφάλεια, υπάλληλος οδικής ασφάλειας, αυτοκίνητο ασφαλείας, διάταξη ασφαλείας, εξοπλισμός ασφαλείας, χαρακτηριστικό ασφάλειας, στοιχείο ασφάλειας, πάνω απ' όλα η ασφάλεια!, πρώτα απ' όλα η ασφάλεια!, ασφάλεια πάνω απ' όλα!, προστατευτικά γυαλιά, ζώνη ασφαλείας, κίνδυνος για την ασφάλεια, προστατευτικό κράνος, οδηγίες ασφαλείας, μέτρα ασφαλείας, δίχτυ ασφαλείας, δίχτυ προστασίας, δίχτυ ασφαλείας, δίχτυ προστασίας, προσωπικό ασφαλείας, παραμάνα, πρακτικές ασφαλείας, προφυλάξεις ασφαλείας, ξυραφάκι με μηχανισμό προστασίας, παπούτσια ασφαλείας, μελέτη ασφαλείας, βαλβίδα ασφαλείας, εκτόνωση, ζώνη ασφαλείας, σκληρυμένο γυαλί ασφαλείας, θεραπευτικός δείκτης, νησίδα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης safety

ασφάλεια

noun (uncountable (freedom from risk)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Everything is designed to maximize safety on the construction site. The government denies that its foreign policy compromises the safety of its citizens.
Καθετί έχει σχεδιαστεί με γνώμονα την ασφάλεια στο εργοτάξιο. Η κυβέρνηση αρνείται ότι η εξωτερική πολιτική της θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των πολιτών.

ασφάλεια

noun (device: guard or locking)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The gun had a safety to keep people from firing it accidentally.
Το όπλο είχε μια ασφάλεια για να εμποδίζει τον κόσμο να πυροβολεί κατά λάθος.

επίτευξη ασφαλούς συμπεριφοράς

noun (workplace safety procedures) (διαδικασία)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

πυρασφάλεια

noun (prevention of accidental fire)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ασφάλεια τροφίμων

noun (hygienic food handling)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

υγεία και ασφάλεια

noun (regulations that protect people)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Catering staff must be trained in health and safety.

ασφάλεια μοτοσυκλετών, ασφάλεια μηχανών

noun (measures to prevent motorbike accidents)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

δημόσια ασφάλεια

noun (prevention of accidents and injury)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

οδική ασφάλεια

noun (prevention of traffic accidents)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Children are taught about road safety at school.

υπάλληλος οδικής ασφάλειας

noun (employee: traffic safety)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The Road Safety Officer visits schools and talks to the students.

αυτοκίνητο ασφαλείας

noun (motorsport: vehicle that sets slow pace)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
After the crash the safety car led the race cars at a slow pace while the wreckage was cleared.

διάταξη ασφαλείας

noun (prevents gun from firing)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

εξοπλισμός ασφαλείας

noun (protective clothing and accessories)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Students are not permitted in the laboratory without the proper safety equipment.

χαρακτηριστικό ασφάλειας, στοιχείο ασφάλειας

noun ([sth] designed to prevent injury)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Adding handrails to the external steps of the courthouse was an important safety feature of the renovations.

πάνω απ' όλα η ασφάλεια!, πρώτα απ' όλα η ασφάλεια!, ασφάλεια πάνω απ' όλα!

interjection (Avoiding injury is paramount)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Don't smoke in the forest! Safety first!

προστατευτικά γυαλιά

plural noun (protective goggles) (εργασία, ασφάλεια)

The carpenter always wore safety glasses to protect his eyes when he used power tools.

ζώνη ασφαλείας

noun (apparatus with straps to secure [sb]) (εξάρτηση ασφαλείας)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Window washers should always wear a safety harness when working on a tall building.

κίνδυνος για την ασφάλεια

noun (danger: [sth] that could cause injury)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Frayed electrical wiring is a definite safety hazard.

προστατευτικό κράνος

noun (protective hard hat)

The use of a safety helmet is mandatory at the construction site.

οδηγίες ασφαλείας

plural noun (directions for avoiding injury)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
This instruction booklet has six pages of safety instructions, but it doesn't tell me how to turn the machine on!

μέτρα ασφαλείας

noun (often plural ([sth] to maintain safe environment)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

δίχτυ ασφαλείας, δίχτυ προστασίας

noun (literal (mesh that prevents injury)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A safety net had been rigged below the high wire.

δίχτυ ασφαλείας, δίχτυ προστασίας

noun (figurative (security measure) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The social security system is a safety net for people who are unable to work or who lose their jobs.

προσωπικό ασφαλείας

noun (staff who work to prevent injury)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

παραμάνα

noun (pin with covered point)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A safety pin is a quick and easy replacement for a missing button.

πρακτικές ασφαλείας

plural noun (measures taken to prevent injury)

The safety practices in this coal mine have prevented many accidents.

προφυλάξεις ασφαλείας

noun (often plural (prevention of accident)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ξυραφάκι με μηχανισμό προστασίας

noun (shaving blade with a guard)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

παπούτσια ασφαλείας

plural noun (strong shoes for work)

μελέτη ασφαλείας

noun (investigation into hazards of [sth])

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

βαλβίδα ασφαλείας

noun (controlled outlet for gas or steam)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
A residential water heater has to have a safety valve or it might explode.

εκτόνωση

noun (outlet for suppressed emotions)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He uses boxing as a safety valve for his pent up anger.

ζώνη ασφαλείας

noun (safety strap in a vehicle)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
It's now compulsory to wear seatbelts in both the back and the front of cars.
Τώρα πια η ζώνη ασφαλείας είναι υποχρεωτική και στις πίσω και στις μπροστά θέσεις του αυτοκινήτου.

σκληρυμένο γυαλί ασφαλείας

noun (glass strengthened by heat treatment)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
The principal feature of tempered safety glass is its strength.

θεραπευτικός δείκτης

noun (toxicity or safety of a drug)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Practitioners must take therapeutic index into consideration when deciding which drug to prescribe.

νησίδα

noun (traffic) (στη μέση του δρόμου)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του safety στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του safety

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.