Τι σημαίνει το sail στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης sail στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του sail στο Αγγλικά.

Η λέξη sail στο Αγγλικά σημαίνει πανί, πλέω, ταξιδεύω, πηγαίνω, κάνω ιστιοπλοΐα, πάω για ιστιοπλοΐα, οδηγώ, σχίζω, σαλπάρω, πλέω κατά μήκος, τη λέω σε κπ, κάνω κτ με ενθουσιασμό, κτ είναι παιχνιδάκι για μένα, σηκώνω πανί, με ανοιχτά πανιά, δυναμικά, ισχυρά, με φόρα, πλέω κατά μήκος, τσουλάω, τσουλώ, σαλπάρω, σαλπάρω, ιστιοφόρο, αποπλέω, σαλπάρω, αποπλέω, σαλπάρω, ιστιοφόρος, αποπλέω, σαλπάρω, φεύγω, ξεκινώ, σαλπάρω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης sail

πανί

noun (often plural (on boat: fabric that catches wind)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The sailor unfurled the sail.
Ο ναύτης ξετύλιξε το πανί.

πλέω

intransitive verb (figurative (travel by ship) (οποιοδήποτε σκάφος)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The family sailed to Calais.
Η οικογένεια ταξίδεψε με ιστιοφόρο στο Καλαί.

ταξιδεύω, πηγαίνω

intransitive verb (ship: travel)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The ship is sailing to Portsmouth.
Το πλοίο πηγαίνει στο Πόρτσμουθ.

κάνω ιστιοπλοΐα, πάω για ιστιοπλοΐα

intransitive verb (person: go sailing)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Marina is very adventurous; she likes to ski, sail and dive.
Η Μαρίνα είναι πολύ περιπετειώδης. Της αρέσει να κάνει σκι, ιστιοπλοΐα και καταδύσεις.

οδηγώ

transitive verb (manoeuvre a ship)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The captain sailed the ship safely into harbour.
Ο καπετάνιος οδήγησε το πλοίο με ασφάλεια στο λιμάνι.

σχίζω

intransitive verb (figurative (move quickly and easily) (μτφ: τον αέρα, το νερό)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Paul threw the ball and it sailed through the air.

σαλπάρω

intransitive verb (set sail)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The ship sails at noon.

πλέω κατά μήκος

transitive verb (travel over [sth]) (οριζόντια: με γενική)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The young yachtswoman sailed the English Channel.

τη λέω σε κπ

phrasal verb, transitive, inseparable (figurative (attack verbally) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κάνω κτ με ενθουσιασμό

phrasal verb, transitive, inseparable (figurative (act vigorously)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

κτ είναι παιχνιδάκι για μένα

phrasal verb, transitive, inseparable (easily endure, succeed easily)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Mark sailed through his driving test without any problems.

σηκώνω πανί

verbal expression (nautical)

The sailors crowded on as much sail as the mast could carry.
Οι ναύτες σήκωσαν όσο πανί άντεχε το κατάρτι.

με ανοιχτά πανιά

adverb (literal (ship: with all sails up)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
The storm passed and they continued at full sail to make up for lost time.

δυναμικά, ισχυρά, με φόρα

adverb (figurative (forcefully)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Now that we have the permits we're going ahead full sail with the project.

πλέω κατά μήκος

(boat, ship: move across water)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The boat sailed along the coast of Brazil for several weeks.

τσουλάω, τσουλώ

(informal, figurative (move fluidly, glide) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Bicycling is easy when a tail wind lets me sail along without pedaling.

σαλπάρω

(boat or ship: depart)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
We stood on the shore and watched as the ship sailed away.

σαλπάρω

(leave via boat or ship)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
They sailed away on their honeymoon. // I'm tired of the rat race; why don't we climb on a yacht with a bottle of champagne and just sail away?

ιστιοφόρο

noun (yacht, small vessel with a sail)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
My dad took his new sailing boat out on the lake today for the first time. // From our window we watched sailboats in the harbor.

αποπλέω, σαλπάρω

(boat or ship: depart)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

αποπλέω, σαλπάρω

(leave via boat or ship)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
We shed a tear of joy as we watched them sail off into the sunset.
Κλαίγαμε από χαρά καθώς τους βλέπαμε να σαλπάρουν στο ηλιοβασίλεμα.

ιστιοφόρος

noun (fish with long dorsal fin) (είδος ψαριού)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

αποπλέω, σαλπάρω, φεύγω, ξεκινώ

verbal expression (boat, ship: start a journey)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The windjammer set sail for a tour around the Caribbean.

σαλπάρω

verbal expression (start a journey by ship or boat)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του sail στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του sail

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.