Τι σημαίνει το sensitive στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης sensitive στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του sensitive στο Αγγλικά.

Η λέξη sensitive στο Αγγλικά σημαίνει ευαίσθητος, ευαίσθητος, έχω ευαισθησία, ευαίσθητος, ευαίσθητος, εμπιστευτικός, ευαίσθητος, με διάκριση πεζών - κεφαλαίων γραμμάτων, θερμοευαίσθητος, μη ευαίσθητος, υπερευαίσθητος, ευαίσθητο θέμα, ευαίσθητη περιοχή, ευαίσθητα δεδομένα, ευαίσθητος σε, που προσβάλλεται εύκολα από, δεκτικός σε, ευαίσθητος στο κρύο, ευαίσθητος στο κρύο, ευαίσθητα επιχειρηματικά δεδομένα, επείγων, αφής. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης sensitive

ευαίσθητος

adjective (skin: delicate)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
My neck is sensitive and gets irritated easily.
Ο λαιμός μου είναι ευαίσθητος και ερεθίζεται πολύ εύκολα.

ευαίσθητος

adjective ([sb]: easily upset)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Don't be too mean to her. She is sensitive.
Μην είσαι πολύ σκληρός μαζί της. Είναι ευαίσθητη.

έχω ευαισθησία

adjective (responsive to agents)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
A life-long asthmatic, he is sensitive to smoke.
Καθώς πάσχει από άσθμα όλη του τη ζωή, έχει ευαισθησία στον καπνό.

ευαίσθητος

adjective (instrument: detects small changes)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The sensitive instruments record small changes in temperature.
Τα όργανα με μεγάλη ευαισθησία καταγράφουν ακόμη και μικρές αλλαγές στη θερμοκρασία.

ευαίσθητος

adjective (figurative (subject: delicate)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Her divorce is still a sensitive subject, so please be careful what you say.
Το διαζύγιο συνιστά ακόμη ένα ευαίσθητο ζήτημα γι' αυτήν, σε παρακαλώ λοιπόν να προσέχεις τι λες.

εμπιστευτικός

adjective (figurative (information: classified)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
This is sensitive information, so be careful whom you tell.
Αυτές είναι απόρρητες πληροφορίες, γι' αυτό πρόσεχε σε ποιον τις λες.

ευαίσθητος

adjective (finance: type of stock) (σε κάτι)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Our broker specializes in sensitive stocks.

με διάκριση πεζών - κεφαλαίων γραμμάτων

adjective (recognises small and capital letters)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
CAPTCHA text recognition tests are often case-sensitive. // Most computer or network passwords are case sensitive.

θερμοευαίσθητος

adjective (responding to heat)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

μη ευαίσθητος

adjective (information: not confidential) (για δεδομένα)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

υπερευαίσθητος

adjective (reacting too personally)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Don't be so over-sensitive - I was only joking!

ευαίσθητο θέμα

noun (figurative (emotive topic) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
My mum no longer asks me about boyfriends because she knows it's a sensitive area.

ευαίσθητη περιοχή

noun (area of body easily affected by stimuli) (κυριολεκτικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The tips of the fingers are the most sensitive area of the human body.

ευαίσθητα δεδομένα

noun (confidential information) (άκρως απόρρητα)

This document contains sensitive data.

ευαίσθητος σε, που προσβάλλεται εύκολα από

preposition (easily affected by)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Be gentle with her - she's rather sensitive to criticism about her cooking. He is extremely sensitive to light.
Να είσαι ευγενικός μαζί της - είναι αρκετά ευαίσθητη όσον αφορά την κριτική για τη μαγειρική της.

δεκτικός σε

preposition (receptive to)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
She'd make a great kindergarten teacher because she's so sensitive to the needs of others.

ευαίσθητος στο κρύο

adjective (quick to feel cold)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Alessandro is very sensitive to the cold so he always wears a pullover.

ευαίσθητος στο κρύο

adjective (affected by the cold)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Those plants are sensitive to the cold: you should take them inside when it gets chilly.

ευαίσθητα επιχειρηματικά δεδομένα

noun (confidential business information) (επιχειρηματικό απόρρητο)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Access to sensitive trade data is limited to certain employees only.

επείγων

adjective (urgent, critical)

(μετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.)
Time-sensitive treatment is needed for heart attacks.

αφής

adjective (device: responds to touch)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του sensitive στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του sensitive

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.