Τι σημαίνει το sitting στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης sitting στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του sitting στο Αγγλικά.

Η λέξη sitting στο Αγγλικά σημαίνει συνεδρίαση, σειρά σερβιρίσματος, εν ενεργεία, που κλωσάει, κάθομαι, κάθομαι, βρίσκομαι, κάθομαι, κάθομαι, βρίσκομαι, ποζάρω, συνεδριάζω, προσέχω, κρατάω, ταιριάζω, βάζω να καθίσει, βάζω να καθίσει, δίνω, φύλαξη σκύλου όταν λείπουν οι ιδιοκτήτες, το να προσέχω το σπίτι κπ ενόσω λείπει, φύλαξη κατοικίδιων ζώων, εύκολη λεία, εύκολο θύμα, εύκολος στόχος, σε πλεονεκτική θέση, ευκατάστατος, καθιστικό, σαλόνι. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης sitting

συνεδρίαση

noun (committee, etc.: session)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The committee sitting will end at 6:00.
Η συνεδρίαση της επιτροπής θα τελειώσει στις 6:00.

σειρά σερβιρίσματος

noun (restaurant: serving period)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The cafe has two sittings: one for breakfast, and one for lunch.
Το καφέ έχει δυο σειρές σερβιρίσματος: μια για το πρωινό και μια για το μεσημεριανό.

εν ενεργεία

adjective (holding office)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
He will be the first sitting president to speak at our university.

που κλωσάει

adjective (hen: brooding)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We have six sitting hens right now, and soon we'll have lots of chicks.

κάθομαι

intransitive verb (sit down)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Come and sit next to me.
Έλα να καθήσεις δίπλα μου.

κάθομαι

intransitive verb (be seated)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Tell me where you'll be sitting so that I can find you easily.
Πες μου πού θα κάθεσαι για να σε βρω εύκολα.

βρίσκομαι

intransitive verb (be placed)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The glass is sitting on the table.
Το ποτήρι είναι πάνω στο τραπέζι.

κάθομαι

intransitive verb (do nothing)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Don't just sit there and pout.

κάθομαι

intransitive verb (perch)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The hummingbird sat on a branch.

βρίσκομαι

intransitive verb (lie, be situated)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
London sits on the River Thames.

ποζάρω

intransitive verb (pose)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Helen is going to sit for a picture.

συνεδριάζω

intransitive verb (be in session)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Parliament is sitting now.

προσέχω, κρατάω

intransitive verb (informal (baby-sit)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Mr. and Mrs. Brown asked Julie to sit for their son.

ταιριάζω

intransitive verb (clothing: fit)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
That coat sits very well on you.
Το παλτό κάθεται πολύ καλά πάνω σου.

βάζω να καθίσει

transitive verb (cause to sit)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
She sat her baby in his high chair so that she could prepare the lunch.

βάζω να καθίσει

transitive verb (seat, provide seating)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The usher sat us in the front row.

δίνω

transitive verb (UK (take: an exam) (μεταφορικά: εξετάσεις)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
I'm sitting my proficiency exam next week.

φύλαξη σκύλου όταν λείπουν οι ιδιοκτήτες

noun (minding [sb] else's pet dog)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

το να προσέχω το σπίτι κπ ενόσω λείπει

noun (minding [sb]'s home in their absence)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

φύλαξη κατοικίδιων ζώων

noun (minding [sb] else's pet)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Ruth is doing some pet sitting for her parents while they are abroad.

εύκολη λεία, εύκολο θύμα, εύκολος στόχος

noun (figurative (easy target) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
With nothing to protect himself from the enemy, he was a sitting duck.

σε πλεονεκτική θέση

adjective (informal (in an advantageous position)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ευκατάστατος

adjective (informal (well off)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Her business is turning a good profit, so Sandra is sitting pretty.

καθιστικό, σαλόνι

noun (lounge, living or family room)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Your mother's waiting for you in the sitting room.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του sitting στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του sitting

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.