Τι σημαίνει το caer στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης caer στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του caer στο ισπανικά.

Η λέξη caer στο ισπανικά σημαίνει πέφτω, ελαττώνομαι, μειώνομαι, πέφτω, πέφτω, -, πέφτω, πέφτω, πέφτω, πέφτω, πέφτω, φθάνω απροειδοποίητα, έρχομαι απροειδοποίητα, κάνω βουτιά, πέφτω, φτάνω απροειδοποίητος, μειώνομαι, μειώνομαι, γίνομαι δεκτός με κτ, φτάνω, αποκοιμιέμαι, συρρέω, φορτώνομαι, το πιάνω, κρέμομαι, πέφτω, πιάνω, κάνω βουτιά, πέφτω, χύνομαι, πέφτω, μειώνομαι, κάνω βουτιά, κατρακυλάω, κατρακυλώ, κρέμομαι, έρχομαι, μπαίνω σε κτ, εισβάλλω, κρέμομαι, περνάω, περνάω, περνώ, ανατρέπομαι, έρχομαι, περνάω, περνώ, πετάγομαι, εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, πηγαίνω, αφήνω κτ να πέσει, τραυματίζομαι, παγίδευση, αρρωσταίνω, έχω καλή γνώμη για κπ, χρεοκοπώ, πτωχεύω, σωριάζομαι, πέφτω, είμαι ξαπλωμένος, σωριάζομαι, αποστρέφομαι, απεχθάνομαι, αντιπαθώ, παγιδεύω, καταστρέφω, παγίδευση, κατρακυλάω, κατρακυλώ, στάζω, σταλάζω, κρέμομαι, έρχομαι, περνάω, περνώ, πέφτω με δύναμη, ενδίδω, ρίχνω, ρίχνει χιονόνερο, ρίχνει χαλάζι, πέφτει χαλάζι, χαντακώνω, θάβω, δουλοπρεπής, δουλικός, χαμερπής, κόλακας, αργά το απόγευμα, ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες, μου αρέσει, γίνομαι δεκτός με χαρά, είμαι πολύ τυχερός, ανταλλάσσω βρισιές, λούζω με βρισιές, ναυαγώ, πάω κατά διαόλου, αποτυγχάνω, πέφτω σε αχρηστία, βρέχει καρεκλοπόδαρα, xάνω την εκτίμηση, αντιδρώ, τσιμπάω, ψιλοβρέχει, πέφτω στη δυσμένεια κπ, τυγχάνω αδιαφορίας, τυγχάνω αποδοκιμασίας, επιπλήττω αυστηρά, πέφτω θύμα, πέφτω απότομα, πέφτω γρήγορα, αχρηστεύομαι, μένω στον τόπο, την πατάω με κπ, δαγκώνω τη λαμαρίνα με κπ, τη δαγκώνω με κπ, πέφτω μέσα σε, πέφτω τυχαία πάνω σε κτ, πέφτω πάνω σε κτ, πέφτω σε κτ, πέφτω κάτω από, κατρακυλώ από κτ, μπαίνω στη θέση μου, καίω, πέφτω καταρρακτωδώς, περνάω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης caer

πέφτω

verbo intransitivo (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La demanda de este producto ha caído últimamente.
Η ζήτηση για αυτό το προϊόν μειώθηκε (or: ελαττώθηκε) πρόσφατα.

ελαττώνομαι, μειώνομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La venta de coches ha caído durante la recesión.
Οι πωλήσεις αυτοκινήτων μειώθηκαν κατά τη διάρκεια της ύφεσης.

πέφτω

verbo intransitivo (morir) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Él cayó en el campo de batalla; murió como un héroe.
Έπεσε στη μάχη, πεθαίνοντας σαν ήρωας.

πέφτω

verbo intransitivo (figurado) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El gobierno cayó como consecuencia del escándalo.
Η κυβέρνηση έπεσε μετά το σκάνδαλο.

-

verbo intransitivo (figurado) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Ella cayó enferma.
Αρρώστησε.

πέφτω

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Cayó en desgracia después del descubrimiento de sus delitos.
Έχασε την υπόληψή του μετά την ανακάλυψη των εγκλημάτων του.

πέφτω

verbo intransitivo (υπό μορφή σταγόνας)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Del cielo comenzó a caer la lluvia.

πέφτω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Han bajado las existencias hoy.
Η μετοχή έπεσε σήμερα.

πέφτω

(μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Las temperaturas descenderán a bajo cero mañana.
Οι θερμοκρασίες θα πέσουν κάτω από το μηδέν αύριο.

πέφτω

(καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Este año mi cumpleaños cae en sábado. // Las elecciones caen en mi cumpleaños.
Τα γενέθλιά μου πέφτουν Σάββατο φέτος. Οι εκλογές πέφτουν ανήμερα των γενεθλίων μου.

φθάνω απροειδοποίητα, έρχομαι απροειδοποίητα

verbo intransitivo (AmL)

Un amigo cayó por la ciudad, y nos iremos a cenar esta noche.

κάνω βουτιά

verbo intransitivo (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πέφτω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La pila de libros no parecía muy estable; John le dio un empujón y se cayeron al suelo.
Η στοίβα με τα βιβλία δεν φαινόταν πολύ σταθερή· ο Τζον την σκούντηξε και αυτή έπεσε στο πάτωμα.

φτάνω απροειδοποίητος

(AR, coloquial)

Cae sin avisar esperando que le den de cenar.

μειώνομαι

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Las ventas han caído de manera espectacular desde que empezó la restricción crediticia.
Οι πωλήσεις έχουν μειωθεί δραματικά από την έναρξη της πιστωτικής κρίσης.

μειώνομαι

(figurado)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

γίνομαι δεκτός με κτ

verbo intransitivo (figurado)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Espero que mi discurso les caiga bien esta noche en la reunión.
Ελπίζω η ομιλία μου να πάει καλά στην αποψινή συνεδρίαση.

φτάνω

verbo intransitivo (coloquial, figurado)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Nunca se sabe cuándo pueden caer más malas noticias.

αποκοιμιέμαι

(coloquial, figurado)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La música tranquila y las luces bajas me hicieron caer durante la película.
Η ήρεμη μουσική και ο χαμηλός φωτισμός με έκαναν να αποκοιμηθώ κατά τη διάρκεια της ταινίας.

συρρέω

verbo transitivo (Argentina, coloq) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Las cartas de felicitación seguían cayéndonos después de la boda.
Μετά το γάμο μας συνέχισαν να συρρέουν ευχετήρια γράμματα.

φορτώνομαι

verbo intransitivo (informal) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Siempre caigo en los peores trabajos.

το πιάνω

(καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Carol no lo entendió durante mucho tiempo, entonces, de repente, cayó.
Η Κάρολ δεν καταλάβαινε για πολύ καιρό και μετά, εντελώς ξαφνικά, το έπιασε.

κρέμομαι

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El joven tenía un largo flequillo que caía sobre su frente.

πέφτω

(μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El precio de las acciones cayó a mitad de la tarde.

πιάνω

verbo intransitivo (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
De repente caí en que era su hermano gemelo con quien yo estaba hablando.
Ξαφνικά πήρα χαμπάρι ότι αυτός που μίλαγα ήταν ο δίδυμος αδερφός του.

κάνω βουτιά

(figurado) (μεταφορικά: στο κενό)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El auto condujo por el acantilado y cayó.
Το αυτοκίνητο ξέφυγε από την άκρη του γκρεμού και έκανε βουτιά.

πέφτω, χύνομαι

verbo intransitivo (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La melena le caía por la espalda.
Τα μαλλιά της έπεφταν χυτά στην πλάτη της.

πέφτω

verbo intransitivo (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Las malas noticias hicieron caer a los mercados financieros.

μειώνομαι

verbo intransitivo

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Los precios pueden caer un poco después de la época de vacaciones.

κάνω βουτιά

verbo intransitivo (μεταφορικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Los precios de las acciones en la compañía están cayendo después de la renuncia del CEO.

κατρακυλάω, κατρακυλώ

(acciones) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Los precios de la vivienda han caído tras la crisis financiera.

κρέμομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Los rulos de Lizzy pendían junto a su cuello en el caluroso clima.

έρχομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Si vienes más tarde, podemos hacer los deberes juntos.
Αν περάσεις αργότερα, μπορούμε να κάνουμε μαζί τα μαθήματά μας.

μπαίνω σε κτ

(καθομιλουμένη)

εισβάλλω

(ES, coloquial)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
No les gustará que nos colemos.

κρέμομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Las decoraciones del Día de Brujas colgaban del techo.

περνάω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Solamente paso para contarte de la fiesta del sábado.
Πέρασα να σου πω για το πάρτι του Σαββάτου.

περνάω, περνώ

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Steve pasó más temprano cuando no estabas, le dije que lo llamarías en cuanto volvieses.

ανατρέπομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Si pones tantos libros en ese escritorio tan pequeño, se van a caer.
Αν στοιβάξεις πάρα πολλά βιβλία σε αυτό το μικροσκοπικό γραφείο, τότε αυτό θα ανατραπεί.

έρχομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La abuela y el abuelo pasaron hoy y tomamos el té.
Ο παππούς και η γιαγιά ήρθαν επίσκεψη σήμερα και ήπιαμε όλοι τσάι.

περνάω, περνώ

(informal) (κάνω ανεπίσημη επίσκεψη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Peter se dejó caer hoy por la tarde.
Πέρασε ο Πίτερ νωρίτερα το απόγευμα.

πετάγομαι

(μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
¡Sólo pensé en dejarme caer y saludarlos!
Απλά σκέφτηκα να πεταχτώ και να σας χαιρετήσω! Όποτε βρεθείς στη γειτονιά, είσαι ευπρόσδεκτος να περάσεις.

εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, πηγαίνω

(coloquial)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
No esperaba que se dejase caer por mi fiesta, puesto que no estaba invitado.
Δεν περίμενα να εμφανιστεί στο πάρτι μου αφού δεν τον είχα καλέσει. Κανείς δεν έλεγε πότε θα εμφανιστεί (or: παρουσιαστεί). Πάντα αργούσε.

αφήνω κτ να πέσει

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El jugador de ping pong dejó caer la bola en la mesa para sacar.
ⓘEsta oración no es una traducción de la original. Έριξαν βόμβες σε όλη την πόλη.

τραυματίζομαι

locución verbal

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El soldado cayó herido y fue atendido por los médicos.
Ο στρατιώτης τραυματίστηκε και τον περιποιήθηκαν οι γιατροί.

παγίδευση

(νομικό)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El acusado protestó diciendo que él era una víctima de inducción.

αρρωσταίνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ella enfermó después del fin de semana.

έχω καλή γνώμη για κπ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El novio de Amy les gusta a sus padres.

χρεοκοπώ, πτωχεύω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

σωριάζομαι, πέφτω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Dan se desplomó en la silla.
Ο Νταν σωριάστηκε στην καρέκλα.

είμαι ξαπλωμένος

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Se echó en el sillón a ver televisión.

σωριάζομαι

(figurado, en sofá etc)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Se desplomó en el sofá de lo cansado que estaba.

αποστρέφομαι, απεχθάνομαι, αντιπαθώ

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Detesto el pollo porque es lo único que comíamos en casa.

παγιδεύω

(en una trampa)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Los niños atraparon a la niñera dentro de una red grande que cayó del techo.

καταστρέφω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

παγίδευση

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
El conejo luchó contra su aprisionamiento dentro de la jaula.

κατρακυλάω, κατρακυλώ

(μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
La temperatura se desplomaban durante el día.
Οι θερμοκρασίες σημείωσαν καθοδική πορεία μέσα στην ημέρα.

στάζω, σταλάζω

(υγρό)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El agua goteaba lentamente de la llave.

κρέμομαι

(γλώσσα)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
El hombre triste miraba hacia el suelo mientras su cabeza colgaba hacia delante.

έρχομαι, περνάω, περνώ

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Ven esta tarde y miramos juntos una película.
Αν έρθεις (or: περάσεις) απόψε, θα δούμε μια ταινία μαζί.

πέφτω με δύναμη

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Diluvió tan fuerte sobre el manzano, que al día siguiente la mitad de las manzanas estaban en el suelo.
Η βροχή έπεφτε με τόση δύναμη στη μηλιά που το πρωί τα μισά μήλα είχαν πέσει στο έδαφος.

ενδίδω

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Está tratando de evitar los dulces, pero si la tientas con chocolate, siempre se rinde.
Προσπαθεί να αποφεύγει τα γλυκά, αλλά αν τη δελεάσεις με σοκολάτα πάντα ενδίδει.

ρίχνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Me puse furioso con la niña por derribar mi estatua.

ρίχνει χιονόνερο

(απρόσωπη έκφραση: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. φαίνεται ότι, έχει συννεφιά κλπ.)
Empezó a cellisquear justo cuando llegué a la entrada.
Άρχισε να ρίχνει χιονόνερο μόλις έφτασα στην είσοδο του σπιτιού.

ρίχνει χαλάζι, πέφτει χαλάζι

(απρόσωπη έκφραση: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. φαίνεται ότι, έχει συννεφιά κλπ.)
Granizó toda la noche, así que las carreteras están peligrosas.

χαντακώνω, θάβω

(μεταφορικά, ανεπίσημο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La crítica vapuleó la última novela del escritor.
Οι κριτικοί έθαψαν το τελευταίο μυθιστόρημα του συγγραφέα.

δουλοπρεπής, δουλικός, χαμερπής, κόλακας

locución adjetiva

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

αργά το απόγευμα

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Por lo general suelo volver del trabajo por la tarde-noche.

ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες

(coloquial) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
No voy a sacar al perro ahora, está lloviendo de lo lindo. Lo sacaré después.

μου αρέσει

(coloquial)

Esta situación no me cae bien.
Αυτή η κατάσταση δεν μου κάθεται καλά.

γίνομαι δεκτός με χαρά

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Las noticias sobre un aumento en las ganancias fueron bien recibidas entre los inversores de la compañía.
Τα νέα της αύξησης των κερδών έγιναν δεκτά με χαρά από τους επενδυτές της εταιρείας.

είμαι πολύ τυχερός

expresión (coloquial)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
Salió ileso del accidente, este chico cae siempre de pie.

ανταλλάσσω βρισιές

locución verbal (ES) (καθομιλουμένη)

λούζω με βρισιές

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Puedes insultarme de arriba a abajo, pero no cambia la situación en absoluto.

ναυαγώ, πάω κατά διαόλου, αποτυγχάνω

(ΗΒ, αργκό)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

πέφτω σε αχρηστία

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Los reproductores de cintas de 8 pistas cayeron en desuso cuando aparecieron los grabadores de cassettes.

βρέχει καρεκλοπόδαρα

(AR, figurado, coloquial) (μεταφορικά, καθομ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
No voy a salir hoy, ¡están cayendo soretes de punta!

xάνω την εκτίμηση

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αντιδρώ

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

τσιμπάω

(figurado) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ψιλοβρέχει

(απρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.)

πέφτω στη δυσμένεια κπ

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Agnes quedó mal con su jefe cuando se negó a hacer horas extras.

τυγχάνω αδιαφορίας

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

τυγχάνω αποδοκιμασίας

locución verbal (figurado)

επιπλήττω αυστηρά

(reprimenda, castigo) (χωρίς ποινή)

Le va a caer una buena bronca cuando su jefe se entere del fallo.

πέφτω θύμα

locución verbal (με γενική)

πέφτω απότομα, πέφτω γρήγορα

(AmL)

El avión cayó en picada hacia la tierra.
Το αεροπλάνο έπεσε απότομα στη γη.

αχρηστεύομαι

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

μένω στον τόπο

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Murió de repente de un ataque al corazón.

την πατάω με κπ, δαγκώνω τη λαμαρίνα με κπ, τη δαγκώνω με κπ

(καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Es guapo y amable, todas las chicas se mueren por él.
Η Ώντρεϋ ξετρελάθηκε με ένα ζευγάρι παπούτσια που είδε σε μια βιτρίνα.

πέφτω μέσα σε

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Rescataron a la niña pequeña varios días después de que se cayó en un pozo descubierto.
Το νεαρό κορίτσι διασώθηκε αρκετές μέρες αφότου έπεσε μέσα σε ένα ανοιχτό πηγάδι.

πέφτω τυχαία πάνω σε κτ

πέφτω πάνω σε κτ, πέφτω σε κτ

(sobre alguien)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El profesor escaneó la habitación y su mirada cayó sobre el rostro nervioso de Joshua.
Το βλέμμα του δασκάλου σάρωσε την τάξη και έπεσε πάνω στο νευρικό πρόσωπο του Τζόσουα.

πέφτω κάτω από

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κατρακυλώ από κτ

El auto iba demasiado rápido para tomar la curva y cayó en picada por el precipicio.

μπαίνω στη θέση μου

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La última pieza del rompecabezas cayó en su lugar y se pudo ver la imagen completa.

καίω

(sol) (μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El sol caía a plomo sobre nuestra espalda.
Ο ήλιος έκαιγε τις πλάτες μας.

πέφτω καταρρακτωδώς

(ES, coloquial) (βροχή)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Espero que traigas paraguas, ¡van a caer chuzos de punta!
Ελπίζω να πήρες ομπρέλα, βρέχει καρεκλοπόδαρα σήμερα.

περνάω

locución verbal (figurado, coloquial) (καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του caer στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του caer

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.