Τι σημαίνει το failing στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης failing στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του failing στο Αγγλικά.

Η λέξη failing στο Αγγλικά σημαίνει αποτυχημένος, που χειροτερεύει, που επιδεινώνεται, ελάττωμα, αποτυχία, αποτυγχάνω, αποτυγχάνω, αμελώ, παραλείπω, αποτυγχάνω, αποτυγχάνω, απογοητεύω, αποτυχία, κάτω από τη βάση, χάνω, σταματάω, σταματώ, πτωχεύω, χρεωκοπώ, ξεμένω από κτ, απορρίπτω, απορρίπτω, χειροτέρευση της υγείας, σχολείο ή σχολή που δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις, αλλιώς, ειδάλλως, μη συμμόρφωση, αλάνθαστος. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης failing

αποτυχημένος

adjective (business: unsuccessful)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
The failing business laid off half its workforce in an attempt to cut costs.
Η αποτυχημένη επιχείρηση απέλυσε το μισό προσωπικό της σε μια προσπάθεια να μειώσει το κόστος.

που χειροτερεύει, που επιδεινώνεται

adjective (body, senses: deteriorating)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
John's failing eyesight made it difficult for him to read the newspaper.
Η όραση του Τζον που χειροτέρευε τον δυσκόλευε στο να διαβάσει την εφημερίδα.

ελάττωμα

noun (often plural (fault, shortcoming)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Agatha's greatest failing is that she refuses to listen to advice.
Το μεγαλύτερο ελάττωμα της Αγκάθα είναι ότι αρνείται να ακούσει συμβουλές.

αποτυχία

noun (being unsuccessful)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Failing is an important part of the learning process.
Η αποτυχία είναι σημαντικό κομμάτι της διαδικασίας μάθησης.

αποτυγχάνω

intransitive verb (not succeed) (δεν επιτυγχάνω)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The plan failed because they ran out of money.
Το σχέδιο απέτυχε επειδή τους τελείωσαν τα χρήματα.

αποτυγχάνω

(not succeed in doing [sth]) (να κάνω κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They failed to deliver the package in time.
Απέτυχαν να παραδώσουν το δέμα έγκαιρα.

αμελώ, παραλείπω

intransitive verb (omit, neglect) (κάτι, να κάνω κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The directions failed to mention that the road was closed.
Αμέλησαν (or: παρέλειψαν) να αναφέρουν στις οδηγίες ότι ο δρόμος ήταν κλειστός.

αποτυγχάνω

intransitive verb (not pass an exam)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The teacher told Marge that she would fail if she didn't study harder.

αποτυγχάνω

transitive verb (not pass) (επίσημο: εξετάσεις)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Bobby failed the exam.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αν δεν περάσω ένα μάθημα, θα πρέπει να επαναλάβω τη χρονιά;

απογοητεύω

transitive verb (disappoint)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The employee failed his manager by not finishing the report on time.
Ο υπάλληλος απογοήτευσε τον διευθυντή του επειδή δεν τέλειωσε την αναφορά στη σωστή ώρα.

αποτυχία

noun (informal (failure, mistake)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The soup I made was definitely a fail because it just didn't taste right.
Η σούπα που έφτιαξα ήταν σίγουρα μια αποτυχία, επειδή απλά δεν είχε τη σωστή γεύση.

κάτω από τη βάση

noun (rejection in a test) (βαθμός)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He did very badly in his biology test, and was given a fail.
Τα πήγε πολύ άσχημα στο τεστ βιολογίας και πήρε κάτω από τη βάση.

χάνω

intransitive verb (lose strength)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
His strength was failing after running for ten kilometres.
Έχανε τη δύναμή του μετά το τρέξιμο δέκα χιλιομέτρων.

σταματάω, σταματώ

intransitive verb (stop functioning)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The machine failed around four pm.
Η μηχανή σταμάτησε γύρω στις τέσσερις μετά μεσημβρίας.

πτωχεύω, χρεωκοπώ

intransitive verb (go bankrupt)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The typewriter company failed when people started using computers.
Η εταιρεία γραφομηχανών φαλίρισε, όταν οι άνθρωποι άρχισαν να χρησιμοποιούν υπολογιστές.

ξεμένω από κτ

intransitive verb (run out, be exhausted) (εγώ)

The expedition's supplies were failing and they turned back.

απορρίπτω

transitive verb (reject)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The quality inspector failed the parts that were defective.
Ο επιθεωρητής ποιότητας απέρριψε τα τμήματα που ήταν ελαττωματικά.

απορρίπτω

transitive verb (give student poor mark)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The examiner failed me because I didn't check my mirror before pulling out.

χειροτέρευση της υγείας

noun (physical deterioration)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Joan's failing health worried her children.

σχολείο ή σχολή που δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις

noun (underperforming school)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Inspectors judged it to be a failing school.

αλλιώς, ειδάλλως

adverb (if that is not possible)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Ask your sister to help you with the answers, or failing that, just make them up.

μη συμμόρφωση

noun (non-compliance)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

αλάνθαστος

adjective (always succeeds)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του failing στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του failing

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.