Τι σημαίνει το fainting στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης fainting στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του fainting στο Αγγλικά.

Η λέξη fainting στο Αγγλικά σημαίνει λιποθυμία, λιποθυμώ, αχνός, θαμπός, αμυδρός, ανεπαίσθητος, χαμηλός, σιγανός, αμυδρός, αμυδρός, έτοιμος να λιποθυμήσω από, κοντεύω να λιποθυμήσω από, λιποθυμία, ελάχιστος, λιποθυμία, σκοτοδίνη. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης fainting

λιποθυμία

noun (loss of consciousness) (απώλεια αισθήσεων)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The patient's symptoms include fainting, dizziness, and fatigue.

λιποθυμώ

intransitive verb (lose consciousness)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Ben always faints when he sees blood.
Ο Μπέν πάντα λιποθυμάει όταν βλέπει αίμα.

αχνός, θαμπός

adjective (visibility: poor)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Tom saw a faint image on the screen.
Ο Τομ είδε μια θαμπή εικόνα στην οθόνη.

αμυδρός, ανεπαίσθητος

adjective (smell: slight)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
There was a faint smell of roses in the room.
Υπήρχε μια αμυδρή μυρωδιά από τριαντάφυλλα στο δωμάτιο.

χαμηλός, σιγανός

adjective (sound: soft, distant)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Kate heard a faint shout in the distance.
Η Κέιτ άκουσε μια σιγανή κραυγή από μακρυά.

αμυδρός

adjective (memory: vague)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Karen had only a faint idea of what her childhood home looked like.
Η Κάρεν είχε μόνο μια αμυδρή ανάμνηση για το πως ήταν το σπίτι των παιδικών της χρόνων.

αμυδρός

adjective (hope, etc.: unlikely)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

έτοιμος να λιποθυμήσω από, κοντεύω να λιποθυμήσω από

(feeling lightheaded, weak)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The street child was faint with hunger.
Το άστεγο παιδί ήταν έτοιμο να λιποθυμήσει από την πείνα.

λιποθυμία

noun (loss of consciousness)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
A faint can occur due to low blood sugar.
Λιποθυμία μπορεί να προκληθεί λόγω χαμηλής γλυκόζης στο αίμα.

ελάχιστος

adjective (effort: minimal)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Erin's faint attempt at studying for her test didn't help much.

λιποθυμία, σκοτοδίνη

noun (blackout)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Apparently, the woman fell on the tracks when she suffered a fainting spell.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του fainting στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του fainting

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.