Τι σημαίνει το loaded στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης loaded στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του loaded στο Αγγλικά.

Η λέξη loaded στο Αγγλικά σημαίνει φορτωμένος, γεμάτος, ρητορικός, τύφλα, σκνίπα, ντίρλα, όλο νόημα, ματσωμένος, πειραγμένος, μαστουρωμένος, βαρύ σκυρόδεμα, φορτίο, φορτίο, πάρα πολλοί, πάρα πολλοί, πολύ, φορτώνω, φορτώνω σε, φορτώνω με, φορτίο, η ποσότητα που χωράει, φορτίο, βάρος, φορτίο, βάρος, φόρτος, γέμισμα, φορτώνω, φορτώνω, γεμίζω, φορτώνω, φορτώνω, πειραγμένα ζάρια, φορτωμένος, με ελατήρια επαναφοράς. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης loaded

φορτωμένος

adjective (vehicle: carrying [sth])

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
The loaded car was visibly lower from the weight.

γεμάτος

adjective (gun: containing bullets)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The gun was loaded and locked in a safe.

ρητορικός

adjective (figurative (question: leading) (γνωρίζω την απάντηση)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Paul asked Amy a loaded question.

τύφλα, σκνίπα, ντίρλα

adjective (figurative, slang (drunk, inebriated) (αργκό, μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Shaun was totally loaded at the bar last night.

όλο νόημα

adjective (figurative (having connotations)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Erin gave her sister a loaded look.
Η Έριν έριξε στην αδερφή της ένα βλέμμα όλο νόημα.

ματσωμένος

adjective (figurative, slang (rich) (ανεπίσημο)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Tina's new boyfriend was totally loaded.

πειραγμένος

adjective (dice) (μεταφορικά)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Richard was accused of playing with loaded dice.

μαστουρωμένος

adjective (figurative, slang (drugged) (καθομιλουμένη)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Ben was loaded on meth when he robbed the store.

βαρύ σκυρόδεμα

adjective (with metals in it)

The engineer built a loaded concrete wall to block radiation inside the power plant.

φορτίο

noun (weight)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
She carried the heavy load up the hill.
Κουβάλησε το βαρύ φορτίο πάνω στο λόφο.

φορτίο

noun (cargo)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The truck driver picked up a load at the dock.
Ο οδηγός του φορτηγού παρέλαβε ένα φορτίο στην αποβάθρα.

πάρα πολλοί

plural noun (informal (great quantity)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Have you ever seen a shooting star? I've seen loads.
Έχεις δει ποτέ πεφταστέρια; Εγώ έχω δει ένα σωρό.

πάρα πολλοί

plural noun (informal (great quantity)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I spent loads of money when I went shopping.
Ξόδεψα ένα κάρο λεφτά όταν πήγα για ψώνια.

πολύ

adverb (informal (a lot, greatly)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I miss you loads.
Μου λείπεις πολύ.

φορτώνω

transitive verb (fill)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The men loaded the truck and then drove away.
Οι άντρες φόρτωσαν το φορτηγό και μετά αναχώρησαν.

φορτώνω σε

(put: [sth] to be transported)

They loaded the goods into the delivery truck.
Φόρτωσαν τα προϊόντα στο φορτηγό διανομής.

φορτώνω με

(fill with [sth])

We loaded the wheelbarrow with bricks.
Φορτώσαμε το καρότσι με τούβλα.

φορτίο

noun (laundry) (επίσημο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He emptied the washing machine, hung the clothes to dry and put in another load.
Άδειασε το πλυντήριο, άπλωσε τα ρούχα για να στεγνώσουν και έβαλε μέσα το επόμενο φορτίο (or: γέμισμα).

η ποσότητα που χωράει

noun (often as suffix (measure: how many)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
I estimate that there are 50 truck-loads of dirt here.
Υπολογίζω ότι εδώ υπάρχουν 50 φορτηγά χώμα.

φορτίο, βάρος

noun (uncountable (quantity, weight borne)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The pillars of the building support the load of the floors above.
Οι κολώνες του κτηρίου στηρίζουν το φορτίο των από πάνω ορόφων.

φορτίο, βάρος

noun (figurative (stress) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He felt the load lifted off of him when he finished his last exam.
Ένιωσε ένα φορτίο (or: βάρος) να φεύγει από πάνω του όταν τελείωσε την τελευταία εξέταση.

φόρτος

noun (amount of work assigned)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
I have a heavy load this semester.
Έχω μεγάλο φόρτο εργασίας αυτό το εξάμηνο.

γέμισμα

noun (charge for a gun)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The boy prepared the next load for the soldier.
Το αγόρι ετοίμασε το επόμενο γέμισμα για το στρατιώτη.

φορτώνω

intransitive verb (take on cargo)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Trucks must pull up to the dock to load.
Τα φορτηγά πρέπει να μεταβούν στην προβλήτα για να φορτώσουν.

φορτώνω

intransitive verb (take on passengers) (καθομιλουμένη)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The ship is loading at the pier.
Το πλοίο φορτώνει (or: επιβιβάζει) στην προβλήτα.

γεμίζω

intransitive verb (charge: a firearm)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The soldier stopped firing so that he could load.
Ο στρατιώτης σταμάτησε να πυροβολεί ώστε να γεμίσει το όπλο του.

φορτώνω

transitive verb (figurative (burden) (μτφ: κάποιον με κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The managers loaded his employees with projects.
Οι διευθυντές φόρτωσαν τους υπαλλήλους με εργασίες.

φορτώνω

transitive verb (supply in abundance) (μτφ: κάτι με κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The spring rains loaded the trees with fruit.
Οι ανοιξιάτικες βροχές φόρτωσαν τα δέντρα με φρούτα.

πειραγμένα ζάρια

noun (dice weighted for cheating) (για απάτη)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Don't gamble with him; that fellow uses loaded dice.

φορτωμένος

preposition (laden with, full of) (κάτι ή με κάτι)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The truck was loaded with trash.

με ελατήρια επαναφοράς

adjective (containing compressed spring)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The workers used spring-loaded tools to punch holes in the sheets of metal.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του loaded στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του loaded

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.