Τι σημαίνει το little στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης little στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του little στο Αγγλικά.

Η λέξη little στο Αγγλικά σημαίνει μικρός, ελάχιστος, λίγο, ελάχιστα, μικρός, μικρότερος, μικρόσωμος, μικρός, μικρός, μικρούλης, μικρούτσικος, ελάχιστα, όχι ιδιαιτέρως, όχι ιδιαίτερα, όχι πολύ, λίγος, λίγο, λίγο, λιγάκι, λίγος, λίγο, λιγάκι, ελαφρώς, κάπως, λίγο παραπάνω, λίγο ακόμη, λίγο ακόμα, λίγο ακόμη, λίγο ακόμα, για λίγο ακόμη, για λίγο ακόμα, λίγο πιο συχνά, ασήμαντος, αδιάφορος, πηγή εισοδήματος, πηγή κέρδους, τόσο λίγος όσο, τόσο μικρός όσο, ο γλυκός μου, ο γλυκούλης μου, μπάσταρδο, σκατούλι, σκατουλάκι, μωρό, μωράκι, δεν κοστίζω πολύ, δεν κοστίζω πολύ, έχω λίγη δουλειά, για μικρό χρονικό διάστημα, για λίγο, κάνω μια κουβέντα, κάνω μια κουβεντούλα, δεν έχω πολλά κοινά, δεν έχω όρεξη, δεν έχω πολλά να πω, σε λιγάκι, σε λίγο, σε λιγάκι, σε λίγο, στον κόσμο σου, λίγο κάτω από, λίγο λιγότερο από, αγγελούδι, διαβολάκι, διαολάκι, σνακ, αγοράκι, μικρός αδερφός, λίγο λίγο, μικρή πιθανότητα, ελάχιστη πιθανότητα, ελάχιστες ευκαιρίες, πολλές επιλογές, γλυκούλης, διαολάκι, διαβολάκι, oυρά της μικρής άρκτου, εξτραδάκι, το κάτι παραπάνω, αυτό το κάτι παραπάνω, μικρόσωμος άντρας, κοντούλης, αγόρι, μικρό δάχτυλο, σχέδιο εξαπάτησης/παραπλάνησης, κοριτσάκι, αγοράκι, κοντούλης, εξωτερική τουαλέτα, παιδί, παιδάκι, ελάχιστα γνωστός, άσημος, που δεν έχει κατανοηθεί πλήρως, νεαρός, σκανταλιάρης, διάολος, παιδί, παιδάκι, παιδιά, παιδάκια, μικρή πιθανότητα, ελάχιστη πιθανότητα, ελάχιστα ή καθόλου, μικρά υπερφυσικά πλάσματα, κοινοί θνητοί, νάνοι, παιδιά, νάνος, ασήμαντος, μικρό, διαβολάκι, ζιζάνιο, διαβολάκι, τερατάκι, μικρό ζιζάνιο, μικρότερη αδερφή, μικρή αδερφή, μυξιάρικο, κακομαθημένο, κατσάδα, πορνίδιο,νυμφίδιο, πουτανάκι, ξέκωλο, θεατράκι, μικροπράγματα, λεπτομέρεια, μικρό δάχτυλο ποδιού, μικρό χρονικό διάστημα, έχω μικρή σημασία, μικρέ μου, μικρή μου, πολύ, που δεν έχει σοβαρές συνέπειες, που δεν είναι πολύ σημαντικός, μικρής σημασίας, μικρό δάχτυλο, ελάχιστος, λίγος, λιγοστός, πολύ καλός, Κοκκινοσκουφίτσα, δεν το 'χω σε τίποτα να κάνω κτ, έχω κπ/κτ σε χαμηλή εκτίμηση, μικρούλης, πολύ λίγο, πολύ λίγο, λίγο, Μικρή Άρκτος, πολύ λίγο, ελάχιστος, πολύ λίγο, αθώο ψέμα, γυναικάκι. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης little

μικρός

adjective (small in size)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
This TV is big, but the one in our bedroom is little.
Αυτή η τηλεόραση είναι μεγάλη, αλλά εκείνη που έχουμε στο δωμάτιό μας είναι μικρή.

ελάχιστος

adjective (not much) (σχεδόν καθόλου)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
She drinks little alcohol.
Πίνει ελάχιστο (or: πολύ λίγο) αλκοόλ.

λίγο

adverb (slightly) (ελαφρώς)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I am a little drunk, but in no way incapacitated.
Είμαι λίγο μεθυσμένος, αλλά σε καμία περίπτωση τύφλα.

ελάχιστα

adverb (small amount) (σχεδόν καθόλου)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
The child ate little at dinnertime.
Το παιδί έφαγε ελάχιστα (or: πολύ λίγο) για βραδινό.

μικρός, μικρότερος

adjective (sibling: younger)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I have three little brothers and one big sister.
Έχω τρεις μικρούς (or: μικρότερους) αδερφούς και μια μεγάλη αδερφή.

μικρόσωμος

adjective (person: short)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
She is too little to date a basketball player, isn't she?
Είναι πολύ μικρόσωμη για να βγει με μπασκετμπολίστα, έτσι δεν είναι;

μικρός

adjective (trivial) (μεταφορικά: ασήμαντος)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
It is such a little thing. Why do they argue about it so much?
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μη δίνεις σημασία σε μικρά, ανούσια πράγματα.

μικρός

adjective (mind: narrow) (μεταφορικά)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
As Emerson said, "A foolish consistency is the hobgoblin of little minds."
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δεν μπορώ να σας καταλάβω με το μικρό μου μυαλό.

μικρούλης, μικρούτσικος

adjective (endearingly small)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Oh, what a beautiful little puppy!
Αχ, τι όμορφο μικρούλικο (or: μικρούτσικο) σκυλάκι!

ελάχιστα

adverb (almost not at all)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
She was very shy, and spoke little.
Ήταν πολύ ντροπαλή και μίλησε ελάχιστα.

όχι ιδιαιτέρως, όχι ιδιαίτερα, όχι πολύ

adverb (formal (not very)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
I am little inclined to accept such an offer.
Ελάχιστα με ενδιαφέρει να αποδεχτώ την προσφορά σου.

λίγος

adjective (small amount)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I just want a little salt on my potatoes.
Θέλω μόνο λίγο αλάτι στις πατάτες μου.

λίγο

adverb (slightly)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
She was a little angry with me. The doctor says your blood pressure is a little high.
Ο γιατρός λέει ότι η πίεση του αίματός σου είναι ελαφρώς ανεβασμένη.

λίγο, λιγάκι

noun (short time)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I'll be there in a little.
Θα είμαι εκεί σε λιγάκι.

λίγος

noun (a small amount)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Chocolate? I'll just have a little.
Σοκολάτα; Θα πάρω λίγη μόνο.

λίγο, λιγάκι

noun (informal (small amount)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
There wasn't enough salt in the soup so I added a little bit. Could I please have a little bit of cheese?
Η σούπα δεν είχε αρκετό αλάτι, οπότε πρόσθεσα λιγάκι. Μπορώ να έχω λίγο τυρί παρακαλώ;

ελαφρώς, κάπως

adverb (informal (slightly)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I'm just a little bit dizzy. It was a little bit cheeky of me to ask … but I asked anyway.
Είμαι ελαφρώς ζαλισμένος. Ήταν κάπως αγενές εκ μέρους μου να ρωτήσω... αλλά ρώτησα, όπως και να' χει.

λίγο παραπάνω, λίγο ακόμη, λίγο ακόμα

noun (a small additional quantity)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I already added salt to the potatoes, but I think they could use a little more.

λίγο ακόμη, λίγο ακόμα

adjective (slightly more)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
May I have a little more tea, please?

για λίγο ακόμη, για λίγο ακόμα

adverb (for a short while longer)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The girl asked her mother if she could continue playing outside a little more.

λίγο πιο συχνά

adverb (slightly more often)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
You need to exercise a little more if you want to get fit.

ασήμαντος, αδιάφορος

noun (informal ([sth] trivial)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
I know it's just a little thing, but I find the constant tapping of your foot annoying.
Ξέρω ότι είναι κάτι το ασήμαντο, αλλά με ενοχλεί το ότι χτυπάς συνεχώς το πόδι σου στο πάτωμα.

πηγή εισοδήματος, πηγή κέρδους

noun (UK, slang ([sth] which generates income)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
I'm setting up a website to sell my photos; it should be a nice little earner.

τόσο λίγος όσο, τόσο μικρός όσο

expression (a quantity as small as)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
As little as 2 grammes of it is enough to kill you.

ο γλυκός μου, ο γλυκούλης μου

interjection (informal (affection, endearment)

μπάσταρδο

noun (UK, slang, pejorative, vulgar (little bugger: annoying child) (καθομ, μειωτικό)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Did you see that little bugger who ran down the hall?
Είδες εκείνο το μικρό μπάσταρδο που έτρεχε στον διάδρομο;

σκατούλι, σκατουλάκι

noun (slang, vulgar (affectionate term: boy, animal) (μεταφορικά, άκομψο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Look at this possum; he's a cute little bugger, isn't he?
Κοίτα αυτό το μαρσιπόμυ. Είναι γλυκούλι το σκατούλι, έτσι δεν είναι;

μωρό, μωράκι

noun (informal (baby)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

δεν κοστίζω πολύ

verbal expression (be inexpensive)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
A first aid kit costs little but can save lives.
Το κουτί πρώτων βοηθειών δεν κοστίζει πολύ αλλά μπορεί να σώσει ζωές.

δεν κοστίζω πολύ

verbal expression (figurative (require little effort) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
It costs little to be polite.
Δεν κοστίζει πολύ το να είσαι ευγενικός.

έχω λίγη δουλειά

verbal expression (have few commercial dealings)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

για μικρό χρονικό διάστημα, για λίγο

adverb (for a short time)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I'll stay for a little while, if you don't mind. We'll have to wait for a little while before the train comes.
Θα μείνω για λίγο εάν δε σε πειράζει. Θα πρέπει να περιμένουμε για λίγο πριν έρθει το τραίνο.

κάνω μια κουβέντα, κάνω μια κουβεντούλα

verbal expression (informal (discuss [sth] sensitive)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Young lady, I think it's time you and I had a little talk.
Νεαρή μου, νομίζω ότι ήρθε η ώρα να τα πούμε λιγάκι.

δεν έχω πολλά κοινά

verbal expression (have few similarities or shared interests)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The rich have little in common with the poor.

δεν έχω όρεξη

verbal expression (figurative (lack appetite, courage for [sth]) (για κτ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
John had little stomach for the task at hand.

δεν έχω πολλά να πω

verbal expression (speak little)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
His teacher had little to say about the incident.

σε λιγάκι, σε λίγο

adverb (informal (soon)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Please set the table because dinner will be ready in a little bit.

σε λιγάκι, σε λίγο

adverb (soon)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Olivia said that she would be there in a little while.

στον κόσμο σου

adjective (informal, figurative (oblivious to others) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

λίγο κάτω από, λίγο λιγότερο από

preposition (slightly under)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The price of oil is now just shy of $50 a barrel.

αγγελούδι

noun (child: well-behaved) (για παιδιά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The children were little angels right through the ceremony. My daughter's been such a good girl today - she's a little angel.
Τα παιδιά ήταν αγγελούδια καθ' όλη τη διάρκεια της τελετής. Η κόρη μου ήταν τόσο καλό κορίτσι σήμερα, σωστό αγγελούδι.

διαβολάκι, διαολάκι

noun (figurative, informal, euphemism (child: annoying) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Kyle told the kid to leave him alone, but the little beggar wouldn't back off.

σνακ

noun (informal (snack, light meal) (αυτό που τρώω)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

αγοράκι

noun (young male child)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I've known you ever since you were a little boy!

μικρός αδερφός

noun (younger male sibling)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I have one big sister and two little brothers.

λίγο λίγο

adverb (gradually, a bit at a time)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Add the sugar little by little and your meringue will be perfect. He became better at tennis little by little.
Προσθέστε τη ζάχαρη σιγά σιγά και η μαρέγκα σας θα είναι άψογη. Σιγά σιγά έγινε καλύτερος στο τένις.

μικρή πιθανότητα, ελάχιστη πιθανότητα

noun (hardly any possibility)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
There's little chance of our old car making such a long journey. The doctors said he was in a coma and had little chance of recovery.
Η πιθανότητα να βγάλει τόσο μεγάλο ταξίδι το παλιό μας αυτοκίνητο είναι ελάχιστη. Οι γιατροί λένε πως είναι σε κώμα και έχει μικρές πιθανότητες να ανακάμψει.

ελάχιστες ευκαιρίες

noun (hardly any opportunity)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πολλές επιλογές

noun (lack of alternatives)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δυστυχώς, τέτοια μέρα τα περισσότερα μαγαζιά είναι κλειστά και δεν έχουμε και πολλές επιλογές.

γλυκούλης

noun (child: affectionate)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Her three-year old's so cute – she's a little darling. I wish your sister would take her little darlings home – they're driving me mad.

διαολάκι, διαβολάκι

noun (figurative, informal (naughty child) (για παιδιά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
My brother was a little devil when he was young.
Ο αδερφός μου ήταν διαολάκι όταν ήταν μικρός.

oυρά της μικρής άρκτου

noun (US, informal (part of constellation Ursa Minor)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The Little Dipper is found in the constellation Ursa Minor.

εξτραδάκι

noun (often plural, informal (bonus, additional feature) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

το κάτι παραπάνω, αυτό το κάτι παραπάνω

noun (informal (additional effort)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He always puts in that little extra in order to make his projects a success.

μικρόσωμος άντρας, κοντούλης

noun (informal (small man) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Who is that little fellow standing next to your mother?

αγόρι

noun (informal (boy) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

μικρό δάχτυλο

noun (smallest digit of the hand)

I broke my little finger playing cricket last week. The ring's too small for my ring finger so I wear it on my little finger.
Έσπασα το μικρό δάχτυλο του χεριού μου, ενώ έπαιζα κρίκετ την περασμένη εβδομάδα. Το δαχτυλίδι μου είναι μικρό για τον παράμεσο και έτσι το φοράω στο μικρό δάχτυλο.

σχέδιο εξαπάτησης/παραπλάνησης

noun (deceitful plan, scheme)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I'm tired of all your little games – why can't you just be honest for once?

κοριτσάκι

noun (young female child)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
When I was a little girl I loved to play with dolls.

αγοράκι

noun (informal (small boy)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

κοντούλης

noun (informal (short man)

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)

εξωτερική τουαλέτα

noun (AU, NZ, euphemism (toilet outside a house)

παιδί, παιδάκι

noun (informal (young child)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I used to play marbles a lot when I was a little kid.

ελάχιστα γνωστός, άσημος

adjective (not very famous)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We spent the summer in a cabin on a little-known island off the coast of Greece. She was a little-known actress before getting her big break.
Περάσαμε το καλοκαίρι σε μια καλύβα σε ένα ελάχιστα γνωστό ελληνικό νησί. Πριν κάνει τη μεγάλη της επιτυχία, ήταν μια άσημη ηθοποιός.

που δεν έχει κατανοηθεί πλήρως

adjective (poorly realised or understood)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
It's a little-known fact that I'm actually a very good cook.

νεαρός

noun (term of affection: boy) (για παιδιά)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Hey, little man! - let's have a talk.

σκανταλιάρης, διάολος

noun (mischievous child)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
We often refer to our two-year old as "little monkey”.

παιδί, παιδάκι

noun (affectionate term: small child)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Eight o'clock is bedtime for the little one.

παιδιά, παιδάκια

plural noun (small chlidren)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Be quiet! The little ones are napping!

μικρή πιθανότητα, ελάχιστη πιθανότητα

noun (hardly any chance)

In some places, there's little opportunity for work so unemployment is high.

ελάχιστα ή καθόλου

adjective (hardly any)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I haven't done any revising so there's little or no chance of me passing the exam.

μικρά υπερφυσικά πλάσματα

plural noun (imaginary creatures)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

κοινοί θνητοί

plural noun (the common people, workers)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

νάνοι

plural noun (midgets or dwarfs)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

παιδιά

plural noun (small children)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

νάνος

noun (short due to genetic condition) (ως πάθηση)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)

ασήμαντος

noun (figurative (lacking money, power)

(ουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.)

μικρό

noun (UK, informal (sweet-natured child) (για παιδί)

διαβολάκι, ζιζάνιο

noun (informal (cheeky or mischievous child) (μεταφορικά, καθομ)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

διαβολάκι, τερατάκι

noun (informal (mischievous child) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
My nephew is such a little scamp; I'm exhausted after babysitting him for an afternoon!

μικρό ζιζάνιο

noun (informal (playful animal) (μεταφορικά: παιχνιδιάρικο ζώο)

Ramona named the little scamp Spot.
Η Ραμόνα έδωσε στο μικρό ζιζάνιο το όνομα «Σποτ».

μικρότερη αδερφή, μικρή αδερφή

noun (younger female sibling)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
My little sister was born three years after me. I have a big brother and a little sister.
Η μικρή αδερφή μου γεννήθηκε τρία χρόνια μετά από μένα. Έχω ένα μεγάλο αδερφό και μια μικρή αδερφή.

μυξιάρικο, κακομαθημένο

noun (slang, pejorative (brat, unpleasant child) (ΗΠΑ, αργκό, προσβλητικό)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The little snot was stealing the other children's things.

κατσάδα

noun (informal, euphemism (reprimand or caution) (καθομιλουμένη, ευφημισμός)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I think it's time we had a little talk about the way you've been acting lately.

πορνίδιο,νυμφίδιο, πουτανάκι, ξέκωλο

noun (slang, pejorative (immoral woman or girl) (αργκό, προσβλητικό)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
If she's such a good girl, why does she dress like a little tart?

θεατράκι

noun (small venue for amateur dramatics)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The high school play will be performed this Friday in the school's little theatre.

μικροπράγματα

noun (detail) (μόνο πληθυντικός)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
The little things in life are important; take time to stop and smell the flowers. Just one little thing: your socks don't match.

λεπτομέρεια

noun ([sth] inconsequential)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Don't focus on the little things; set a goal and work toward it.

μικρό δάχτυλο ποδιού

noun (smallest digit of the foot)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
She broke her little toe when a car ran over her foot.

μικρό χρονικό διάστημα

noun (informal (short time)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
It will only take me a little while to finish this book.

έχω μικρή σημασία

verbal expression (be unimportant)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
It matters little whether you come with me or not, I'm going anyway.

μικρέ μου, μικρή μου

interjection (affectionate term for a child)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Come here, my little one, and I'll tell you a story.

πολύ

adverb (a lot, a great deal)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
I was not a little upset by his remarks.

που δεν έχει σοβαρές συνέπειες, που δεν είναι πολύ σημαντικός

adjective (barely significant)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Some error messages require immediate intervention, but others are of little consequence.

μικρής σημασίας

adjective (barely significant)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Though his role is of little importance, he feels useful.

μικρό δάχτυλο

noun (US, informal (smallest toe)

ελάχιστος, λίγος, λιγοστός

adjective (not much, hardly any)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
It's 5 o'clock - we've got precious little time to pack if we want to catch the 5:30 train!

πολύ καλός

adjective (US, informal (striking, outstanding)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
Jackie was quite a little dancer when she was young.

Κοκκινοσκουφίτσα

noun (fairytale character)

(κύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.)
The wolf disguised itself as Red Riding Hood's grandmother.

δεν το 'χω σε τίποτα να κάνω κτ

verbal expression (disregard)

He is a rich man and thinks little of spending a million on a new car.

έχω κπ/κτ σε χαμηλή εκτίμηση

verbal expression (have poor opinion of)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

μικρούλης

adjective (informal (minuscule, very small) (καθομιλουμένη)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
There was a tiny little kitten sitting on the doorstep.
Ένα μικρούλικο (or: μικρούλι) γατάκι καθόταν στο κατώφλι.

πολύ λίγο

adverb (not enough)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
She was cold outside because she wore too little clothing.

πολύ λίγο

adjective (not enough)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)

λίγο

noun (an insufficient amount)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

Μικρή Άρκτος

noun (constellation)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

πολύ λίγο

adverb (hardly anything)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We have very little in common.

ελάχιστος

noun (a small quantity)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

πολύ λίγο

adjective (not much)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The news report provided very little useful information.

αθώο ψέμα

noun (fib)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
His baby was ugly, but I told a little white lie and said it was cute.
Το μωρό του ήταν άσχημο αλλά είπα ένα αθώο ψέμα και είπα ότι είναι χαριτωμένο.

γυναικάκι

noun (pejorative, informal (wife) (καθομ, ενίοτε μειωτικό)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
I have to go home to the little woman.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του little στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του little

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.