Τι σημαίνει το crime στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης crime στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του crime στο Αγγλικά.

Η λέξη crime στο Αγγλικά σημαίνει έγκλημα, εγκληματικότητα, έγκλημα, παράνομη είσπραξη κοινωνικού επιδόματος, αδίκημα που τιμωρείται με θάνατο, θανάσιμο αμάρτημα, διαπράττω αδίκημα, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, αστυνομική λογοτεχνία, επίπεδο εγκληματικότητας, αστυνομικό μυθιστόρημα, έγκλημα πάθους, ποσοστό εγκληματικότητας, τόπος εγκλήματος, αστυνομική σειρά, συνδικάτο του εγκλήματος, κύμα εγκληματικότητας, εγκλήμα με χρήση όπλου, πράξη βίας, σοβαρό έγκλημα, οργανωμένο έγκλημα, συνεργός, συνεργάτης, συνεργάτιδα, πλημμελήματα, πταίσματα, τόπος του εγκλήματος, σεξουαλικό έγκλημα, βίαιο έγκλημα, έγκλημα πολέμου, οικονομικό έγκλημα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης crime

έγκλημα

noun (illegal act)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
It is a crime to steal.
Η κλοπή είναι έγκλημα.

εγκληματικότητα

noun (uncountable (illegal acts) (σύνολο αξιόποινων πράξεων)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Crime is a big problem in large cities.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Στόχος της κυβέρνησης είναι η καταπολέμηση του ηλεκτρονικού εγκλήματος.

έγκλημα

noun (figurative (shameful act) (μεταφορικά: ντροπή)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The way those children treat their parents is a crime.
Ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρονται στους γονείς τους αυτά τα παιδιά είναι έγκλημα.

παράνομη είσπραξη κοινωνικού επιδόματος

noun (government aid: fraud)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

αδίκημα που τιμωρείται με θάνατο

noun (offence: carries death penalty) (κυριολεκτικά)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Murder is a capital crime in countries with a death penalty.

θανάσιμο αμάρτημα

noun (figurative (offence: serious) (μεταφορικά)

διαπράττω αδίκημα

verbal expression (break the law)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
If I commit a crime and am caught, I will go to jail.

εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας

noun (often plural (atrocity)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
Genocide is a crime against humanity.

αστυνομική λογοτεχνία

noun (detective, police stories)

επίπεδο εγκληματικότητας

noun (amount of crime)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
The crime level has dropped during the recent recession, surprising the law enforcement experts.

αστυνομικό μυθιστόρημα

noun (fiction about detectives)

έγκλημα πάθους

noun (murder provoked by jealousy)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The lawyer convinced the jury that the murder was a crime of passion.

ποσοστό εγκληματικότητας

noun (level of illegal activity)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Having more policemen should lower the crime rate.

τόπος εγκλήματος

noun (where a crime occurred)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Entry to the house was forbidden by the police as it was a crime scene.

αστυνομική σειρά

noun (TV drama about detective, police)

συνδικάτο του εγκλήματος

noun (organized ring of illegal activity)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κύμα εγκληματικότητας

noun (rise in rate of crime)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A crime wave has been sweeping across the country.

εγκλήμα με χρήση όπλου

noun (offences involving firearms)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Gun crime is on the rise in Europe.

πράξη βίας

noun (illegal act of hostility)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Since the defendant attacked the victim because of his race, the court ruled it a hate crime.

σοβαρό έγκλημα

noun (law: serious violation)

οργανωμένο έγκλημα

noun (crime by groups)

Illegal drugs are often brought into the country by organized crime.

συνεργός

noun (criminal: accomplice)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)
Jen and Jeric are partners in crime.

συνεργάτης, συνεργάτιδα

noun (figurative, informal (close associate)

(ουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.)
Lovely to see you again, my dear. And is this gentleman your partner in crime?

πλημμελήματα, πταίσματα

noun (minor offences)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
He has several convictions for petty crime.

τόπος του εγκλήματος

noun (law: where crime happened)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

σεξουαλικό έγκλημα

noun (sexual act without consent)

The man was convicted of a sex crime.

βίαιο έγκλημα

noun (offence in which force is used against [sb])

έγκλημα πολέμου

noun (usually plural (unacceptable wartime acts)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
He is awaiting trial in The Hague for war crimes.

οικονομικό έγκλημα

noun (law: nonviolent crime)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του crime στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του crime

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.