Τι σημαίνει το appropriate στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης appropriate στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του appropriate στο Αγγλικά.

Η λέξη appropriate στο Αγγλικά σημαίνει κατάλληλος, κατάλληλος, κατάλληλος, κατάλληλος, κατάσχω, διαθέτω, ιδιοποιούμαι, οικειοποιούμαι. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης appropriate

κατάλληλος

adjective (suitable)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The Johnsons are looking for an appropriate place to build their house.
Οι Τζόνσον ψάχνουν ένα κατάλληλο σημείο για να χτίσουν το σπίτι τους.

κατάλληλος

(suited, right) (για κάποιον)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Books about the Sesame Street characters are appropriate for the under 7 set.
Τα βιβλία με τους χαρακτήρες της παιδικής τηλεοπτικής σειράς Σουσάμι Άνοιξε είναι κατάλληλα για παιδιά κάτω των 7 ετών.

κατάλληλος

(suited, right) (για κάτι)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The treatment is appropriate for all types of hair loss.
Η θεραπεία είναι κατάλληλη για όλους τους τύπους τριχόπτωσης.

κατάλληλος

(befitting) (για κάποιον)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The General reacted as is appropriate to a man of his rank.
Ο στρατηγός αντέδρασε όπως θα άρμοζε σε έναν άντρα στη θέση του.

κατάσχω

transitive verb (seize)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The government will appropriate the property of people who do not pay taxes.
Η κυβέρνηση θα κατάσχει την περιουσία των πολιτών που δεν πληρώνουν φόρους.

διαθέτω

transitive verb (funds: assign)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Our school should appropriate funds to buy new computers.
Το σχολείο μας θα πρέπει να διαθέσει πόρους για την αγορά νέων υπολογιστών.

ιδιοποιούμαι, οικειοποιούμαι

transitive verb (funds, money: embezzle)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The treasurer was appropriating the club's funds for his own use.
Ο ταμίας καταχρώταν (or: υπεξαιρούσε) τα χρήματα της λέσχης για δικούς του σκοπούς.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του appropriate στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του appropriate

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.