Τι σημαίνει το apple στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης apple στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του apple στο Αγγλικά.

Η λέξη apple στο Αγγλικά σημαίνει μήλο, μήλο, μηλιά, μήλο του Αδάμ, άνθος μηλιάς, μηλίτης, πυρήνας μήλου, κραμπλ μήλου, κραμπλ μήλου, μηλοπιτάκι, χυμός μήλου, αγαπημένος, συγκομιδή μήλων, μηλόπιτα, παραδοσιακός αμερικάνικος, σάλτσα μήλου, τάρτα μήλου, μηλιά, σάλτσα μήλου, το Μεγάλο Μήλο, παιχνίδι με μήλα κατά την περίοδο του Χαλοουίν, καραμελωμένο μήλο, χυμός μήλου, κολοκυθιά της ερήμου, κολοκύθι της ερήμου, μήλο για μαγείρεμα, αγριόμηλο, ζαχαρόμηλο, πράσινο μήλο, αγκινάρα της Ιερουσαλήμ, σούρβο. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης apple

μήλο

noun (fruit)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
While many people prefer red apples, Joe likes green apples.
Παρ' όλο που στους περισσότερους αρέσουν τα κόκκινα μήλα, ο Τζο προτιμά τα πράσινα.

μήλο

adjective (containing or made from apples)

(ουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.)
I really love apple pie.
Λατρεύω τη μηλόπιτα.

μηλιά

noun (fruit tree)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Among the fruit trees and bushes planted here are apple and blackcurrant.

μήλο του Αδάμ

noun (prominent part of man's throat)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A man's Adam's apple sticks out from his throat.

άνθος μηλιάς

noun (flower of apple tree)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

μηλίτης

noun (US (non-alcoholic juice drink)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Every October we look forward to the fresh apple cider the orchard produces.

πυρήνας μήλου

noun (centre of an apple)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Just don't eat the apple core; there are seeds in there.

κραμπλ μήλου

noun (baked apple dessert)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
I prefer apple crisp to apple pie because I really don't care for pastry crusts.

κραμπλ μήλου

noun (UK (sweet baked pie)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
We were served delicious apple crumble and custard. I like it when my mum makes apple crumble from the apples that we grow in the garden.

μηλοπιτάκι

noun (pastry dessert)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
We are having spaghetti for dinner and apple dumpling for dessert.
Θα φάμε σπαγγέτι ως κύριο γεύμα και μηλοπιτάκια ως επιδόρπιο.

χυμός μήλου

noun (soft drink made from apples)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
My daughter's favorite drink is apple juice.

αγαπημένος

noun (beloved person)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
Jenny loved all her children, but her eldest child was the apple of her eye.
Η Τζένη αγαπούσε τα παιδιά της, αλλά το μεγαλύτερο ήταν η αδυναμία της.

συγκομιδή μήλων

noun (harvesting of apples from orchard)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The county population doubles during apple picking season when the pickers come to town.

μηλόπιτα

noun (pastry dessert)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
They served apple pie with ice cream for dessert.
Σέρβιραν μηλόπιτα με παγωτό για γλυκό.

παραδοσιακός αμερικάνικος

adjective (US, figurative (traditional American values)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)

σάλτσα μήλου

noun (fruit purée)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Roast pork is traditionally served with apple sauce.

τάρτα μήλου

noun (sweet pastry)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
It takes less time to make an apple tart than to make an apple pie.

μηλιά

noun (tree bearing apples) (δέντρο)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The story about George Washington cutting down the apple tree is a myth.

σάλτσα μήλου

noun (sweetened stewed apples)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Roast pork is traditionally served with applesauce.

το Μεγάλο Μήλο

noun (nickname of New York City) (αγγλισμός)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

παιχνίδι με μήλα κατά την περίοδο του Χαλοουίν

noun (Halloween game)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

καραμελωμένο μήλο

noun (apple covered in syrup)

She loves getting candy apples at Halloween.

χυμός μήλου

noun (US (non-alcoholic apple juice)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Hot cider is a popular drink in the autumn.

κολοκυθιά της ερήμου

noun (plant: gourd family)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

κολοκύθι της ερήμου

noun (fruit of colocynth plant)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

μήλο για μαγείρεμα

noun (large bitter apple used in cooking)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Some of the best apples for eating are not good cooking apples.

αγριόμηλο

noun (small, sharp-tasting wild apple)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
My grandmother used to make delicious jelly from crab apples which grew on a tree in her garden.

ζαχαρόμηλο

noun (fruit: white flesh)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

πράσινο μήλο

noun (variety of apple with green skin)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A green apple is crisp and has a tart flavor.

αγκινάρα της Ιερουσαλήμ

noun (root vegetable) (λαχανικό)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Once you plant some Jerusalem artichokes in your garden, it's very hard to get rid of them!

σούρβο

noun (type of fruit) (φρούτο)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του apple στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του apple

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.