Τι σημαίνει το farming στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης farming στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του farming στο Αγγλικά.

Η λέξη farming στο Αγγλικά σημαίνει γεωργία, γεωργικός, αγρόκτημα, φάρμα, καλλιεργώ, καλλιεργώ τη γη, χαμηλής κατηγορίας, αρόσιμη καλλιέργεια, εκτροφή σε κλωβοστοιχίες, εκτροφή αγελάδων παραγωγής γάλακτος, ξηρική καλλιέργεια, άνυδρη καλλιέργεια, ξηρή καλλιέργεια, ιχθυοκαλλιέργεια, βιομηχανική εκτροφή ζώων, εντατική καλλιέργεια, κτηνοτροφία, μηχανοποιημένη γεωργία, μικτή γεωργική εκμετάλλευση, εκτροφή πουλερικών, εκτροφή προβάτων, γεωργία αυτοσυντήρησης, ενοικίαση κτήματος. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης farming

γεωργία

noun (agriculture)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Farming has become a much smaller part of the global economy in the last hundred years.
Η γεωργία αποτελεί ένα πολύ μικρότερο μέρος της παγκόσμιας οικονομίας τα τελευταία εκατό χρόνια.

γεωργικός

noun as adjective (agricultural)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Shaun studied agriculture hoping to develop more eco-friendly farming methods.

αγρόκτημα

noun (land: productive, farming)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The family farm covered almost five hundred acres of land.
Το οικογενειακό αγρόκτημα κάλυπτε σχεδόν πεντακόσια στρέμματα.

φάρμα

noun (land: living, vacation)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
We have a farm near the mountains that we go to on the weekends.
Έχουμε μια φάρμα κοντά στα βουνά και πηγαίνουμε τα Σαββατοκύριακα.

καλλιεργώ

transitive verb (cultivate)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They farm sugarcane.
Καλλιεργούν ζαχαροκάλαμο.

καλλιεργώ τη γη

intransitive verb (cultivate land)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Her family had farmed for more than ten generations.
Η οικογένειά της ασχολείται με την καλλιέργεια εδώ και τουλάχιστον δέκα γενιές.

χαμηλής κατηγορίας

adjective (minor league team)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
His successful squad was a farm team for the major league leader.

αρόσιμη καλλιέργεια

noun (cultivation of field crops) (γεωργία)

εκτροφή σε κλωβοστοιχίες

noun (rearing chickens, etc., in cages)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

εκτροφή αγελάδων παραγωγής γάλακτος

noun (producing dairy products)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ξηρική καλλιέργεια, άνυδρη καλλιέργεια, ξηρή καλλιέργεια

noun (farming without irrigation)

ιχθυοκαλλιέργεια

noun (breeding fish for food)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

βιομηχανική εκτροφή ζώων

noun (battery rearing of animals)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The outbreak of foot-and-mouth disease was partly blamed on intensive farming methods.

εντατική καλλιέργεια

noun (using methods that get high yield from land)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Intensive farming is responsible for a great deal of ecological damage.

κτηνοτροφία

noun (raising of animals for food, materials, etc.)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

μηχανοποιημένη γεωργία

noun (technology in agriculture)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

μικτή γεωργική εκμετάλλευση

noun (agriculture: raising both crops and livestock)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

εκτροφή πουλερικών

noun (breeding and keeping fowl)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

εκτροφή προβάτων

noun (agriculture: sheep raising)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Up in Idaho a lot of people try to make a little money from sheep farming.

γεωργία αυτοσυντήρησης

noun (farming for self-sufficiency)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Prehistoric man survived by subsistence farming.

ενοικίαση κτήματος

noun (farming land owned by [sb] else)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του farming στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του farming

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.