Τι σημαίνει το industry στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης industry στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του industry στο Αγγλικά.

Η λέξη industry στο Αγγλικά σημαίνει βιομηχανία, βιομηχανία, βιομηχανία, βιομηχανία, εργατικότητα, αγροδιατροφική βιομηχανία, κλάδος αερομεταφορών, κλάδος αεροπορικών μεταφορών, μεγαλοεπιχειρηματίας, κατασκευαστικός κλάδος, μικρή βιοτεχνία, κυκλική βιοµηχανία, ο κόσμος του θεάματος, κινηματογραφική βιομηχανία, βιομηχανία τροφίμων, βαριά βιομηχανία, ελαφρά βιομηχανία, μουσική βιομηχανία, βιομηχανία πετρελαίου, φαρμακοβιομηχανία, δισκογραφία, κλάδος λιανικού εμπορίου, δευτερογενής τομέας, εμπορικός τομέας/βιομηχανία υπηρεσιών, βιομηχανία χάλυβα, κλωστοϋφαντουργία, καπνοβιομηχανία. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης industry

βιομηχανία

noun (manufacturing)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Industry in the US has been declining for decades, and has been sending manufacturing jobs away overseas.
Η βιομηχανία στις ΗΠΑ είναι σε ύφεση για δεκαετίες και στέλνει παραγωγικές θέσεις εργασίας στο εξωτερικό.

βιομηχανία

noun (type of commerce)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The clothing industry has been outsourced to Asia.
Η βιομηχανία ενδυμάτων έχει δοθεί υπεργολαβία στην Ασία.

βιομηχανία

noun (in general)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
China decided to make its economy less agricultural, and more industry centered.
Η Κίνα αποφάσισε να κάνει την οικονομία της λιγότερο αγροτική και περισσότερο εστιασμένη στη βιομηχανία.

βιομηχανία

noun (industrial management)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Industry managed to lobby to have the labor unions destroyed.

εργατικότητα

noun (diligence)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The industry and hard working attitude of ants is unrivaled by any other creature.

αγροδιατροφική βιομηχανία

noun (business: agriculture)

κλάδος αερομεταφορών, κλάδος αεροπορικών μεταφορών

noun (flight, freight sector)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The government had to subsidize the airline industry again.

μεγαλοεπιχειρηματίας

noun (figurative (leading businessperson)

(ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.)
They called Carnegie a captain of industry when they praised him and a robber baron when they criticized him.

κατασκευαστικός κλάδος

noun (building)

μικρή βιοτεχνία

noun (figurative (small business)

Cottage industries are thriving thanks to the internet.

κυκλική βιοµηχανία

noun (manufacturing business) (μτφ: ευαίσθητη στην ύφεση)

ο κόσμος του θεάματος

noun (show business)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
The economic crisis is even starting to affect the entertainment industry.

κινηματογραφική βιομηχανία

noun (business of making films)

The book describes the growth of the film industry in India.

βιομηχανία τροφίμων

noun (food production business sector)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

βαριά βιομηχανία

noun (bulk materials manufacturing)

ελαφρά βιομηχανία

noun (consumer goods manufacturing)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

μουσική βιομηχανία

noun (recorded music business)

βιομηχανία πετρελαίου

noun (petroleum-processing business)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Wilson wrote an article about the environmental impacts of the oil industry.

φαρμακοβιομηχανία

noun (drugs companies)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

δισκογραφία

noun (recorded music business)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κλάδος λιανικού εμπορίου

noun (shop sales)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

δευτερογενής τομέας

noun (manufacturing, services, etc.)

εμπορικός τομέας/βιομηχανία υπηρεσιών

noun (business providing a service)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Catering is part of the service industry, as is dry-cleaning.

βιομηχανία χάλυβα

noun (production of steel)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The US steel industry was primarily located in Pennsylvania.

κλωστοϋφαντουργία

noun (clothing and fabric manufacturing)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

καπνοβιομηχανία

noun (business of selling smoking products)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του industry στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του industry

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.