Τι σημαίνει το musical στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης musical στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του musical στο Αγγλικά.

Η λέξη musical στο Αγγλικά σημαίνει μουσικός, μιούζικαλ, μελωδικός, μουσικός, μελοποιημένος, καλός στη μουσική, μουσικό κουτί, μουσικός διευθυντής, μουσική διευθύντρια, μουσικές καρέκλες, κατάσταση που χαρακτηρίζεται από συνεχείς εναλλαγές, μουσικο-χορευτική κωμωδία, μουσική σύνθεση, μουσική δυναμική, μουσικό όργανο, μουσικό μέτρο, μουσική νότα, μουσική σύνθεση, μουσική κλίμακα, παρτιτούρα, σάουντρακ, μουσικό ταλέντο, μουσικό ταλέντο, μουσικό θέατρο. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης musical

μουσικός

adjective (of music)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The singer had a very musical voice.

μιούζικαλ

noun (performance)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Jenny liked to perform in musicals.
Στην Τζένη άρεσε να παίζει σε μιούζικαλ.

μελωδικός, μουσικός

adjective (resembling music)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The wind sounded musical as it moaned through the trees.

μελοποιημένος

adjective (set to music)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
The composer wrote a musical poem.

καλός στη μουσική

adjective (good at music)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Malcolm has always been very musical; he plays the piano beautifully.

μουσικό κουτί

noun (box that plays mechanical music)

When I was a child, I had a music box with a ballerina who twirled as the music played.

μουσικός διευθυντής, μουσική διευθύντρια

noun (overseer of musical activities)

μουσικές καρέκλες

noun (children's game)

κατάσταση που χαρακτηρίζεται από συνεχείς εναλλαγές

noun (figurative (constantly changing situation)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

μουσικο-χορευτική κωμωδία

noun (humorous play with singing and dancing)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

μουσική σύνθεση

noun (piece of music as written)

μουσική δυναμική

noun (volume of a piece of music) (μουσική: αύξηση ή ελάττωση έντασης)

μουσικό όργανο

noun (music)

Children should be encouraged to learn to play at least one musical instrument.

μουσικό μέτρο

noun (rhythm pattern)

μουσική νότα

noun (music score: symbol)

μουσική σύνθεση

noun (musical work, piece of music)

μουσική κλίμακα

noun (sequence of pitches)

παρτιτούρα

noun (sheet music for a play, film, etc.)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The violinist placed the musical score on a stand and began to play.

σάουντρακ

noun (soundtrack of a play, film, etc.)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Michael Nyman composed the musical score for the film.

μουσικό ταλέντο

noun (natural aptitude or feeling for music)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Her musical sense was so terrible she couldn't sing even simple children's songs.

μουσικό ταλέντο

noun (natural aptitude for music)

Tim's musical talent was evident from an early age; he could play the guitar by the time he was five.
Το μουσικό ταλέντο του Τιμ ήταν προφανές από μικρή ηλικία· ήξερε να παίζει κιθάρα από πέντε χρονών.

μουσικό θέατρο

noun (drama with singing and dancing)

Tina is training for a career in musical theatre.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του musical στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του musical

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.