Τι σημαίνει το alguien στο ισπανικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης alguien στο ισπανικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του alguien στο ισπανικά.

Η λέξη alguien στο ισπανικά σημαίνει κάποιος, κάποιος, κανείς, κανένας, κανείς, κανένας, οποιοσδήποτε, κανείς, κανένας, κανείς, κανένας, κανείς, κανένας, κάτι, κάποιος, οποιοσδήποτε, κάποιος, η πρακτική να αφήνεις ένα βιβλίο σε δημόσιο χώρο ώστε να το βρουν και να το διαβάσουν άλλοι, αποφεύγω, καρφώνω, τοποθετώ, βάζω απέναντι, έχω μπλέξει άσχημα, ακολουθώ πολιτική στρουθοκαμήλου, ακολουθώ τακτική στρουθοκαμήλου, εφαρμόζω πολιτική στρουθοκαμήλου, τρελαίνομαι, γιορτάζω, έχω πάρει χαμπάρι κπ, προχωράω, προχωρώ, προσφέρω, φωνάζω, λέω, συγκλονίζω, αναγκάζω, κολακευτικός, κελεπούρι, κάνω, γεμίζω, λούζω, σκεπάζω, καλύπτω, σφυροκοπώ, καλύτερος, διατηρώ ερωτική σχέση με, σκοτίζω, ζαλίζω, προσλαμβάνομαι από κπ, στην κρίση σου, δίπλα σε κπ, πλάι σε κπ, οι μέρες του είναι μετρημένες, κπ που βγάζει πολλά λεφτά, αυτός που παρενοχλεί σεξουαλικά, κινηματογραφόφιλος, ηγετική μορφή σε έναν κλάδο που καθορίζει τις τάσεις που θα ακολουθηθούν, ό,τι πρέπει, σωσίας, ελεύθερο πουλί, τηλεφωνικό σεξ, μαλαγάνας, γαλίφης, κπ που αναπνέει από το στόμα, καλοφαγάς, καρύδωμα, που πάει για κολυμπηθρόξυλο, το να προσέχω το σπίτι κπ ενόσω λείπει, φύλαξη κατοικίδιων ζώων, που τραβάει την προσοχή, με πρωταγωνιστή τον, οποιοσδήποτε άλλος, ξεπροβοδίζω, δίνω τα φώτα μου, στέλνω, δελεάζω, υποχρεώνω, αναγκάζω, εξαναγκάζω, αποστασιοποιούμαι, ωθώ, προτρέπω, παροτρύνω, παρακινώ, επικοινωνώ με κπ, αποτελώ έκπληξη, είμαι έκπληξη, επαναλαμβάνω κτ σε κπ, βγάλε κτ/κπ από το μυαλό σου, έχω την εντύπωση, χτυπάω κπ στο ευαίσθητο σημείο του, κάνω κπ να πιστέψει, κοιτάζω κπ κατάματα, κάνω κπ να καταλάβει κτ, δίνω σε κπ να καταλάβει κτ, τελειώνω μία σχέση, φορτώνω χρέη, λούζω με βρισιές, κάνω κτ για κπ, δίνω ώθηση, βοηθώ οικονομικά, είμαι επιεικής, είμαι ευγενικός, βάζω κπ στο μάτι, βάζω κπ στο στόχαστρο, τα χώνω, βοηθώ κπ να αποφασίσει, κρατάω, γίνομαι όνομα, γίνομαι μεγάλο όνομα, έρχομαι σε επαφή με κπ, καθιστώ κπ υπεύθυνο για κτ, δεν επικοινωνώ, δε συνεννοούμαι με, θέτω εκτός ενεργού δραστηριότητας, βάζω κάποιον να κοιμηθεί, αναισθητοποιώ, περνάω τα χέρια μου γύρω από κπ, απαλλάσσω, αποδεσμεύω. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης alguien

κάποιος

nombre común en cuanto al género (μεταφορικά, ειρωνικό)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
Antes era un don nadie, pero después de casarse con ella, se convirtió en alguien.
Πριν ήταν ένα τίποτα, αλλά τώρα, αφότου την παντρεύτηκε, έχει γίνει οπωσδήποτε κάποιος.

κάποιος

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
Alguien ha dejado un paquete en el umbral de la puerta.
Κάποιος έχει αφήσει ένα δέμα στο κατώφλι.

κανείς, κανένας

pronombre

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
¿Alguien quiere café?
Θέλει κανείς (or: κανένας) καφέ;

κανείς, κανένας

pronombre

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
¿Alguien puede ayudarme con los deberes?
Μπορεί κανείς να με βοηθήσει με την εργασία μου;

οποιοσδήποτε

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
Si alguien quiere acompañarme, por favor que venga.
Αν θέλεις κανείς να έρθει μαζί μου, μπορεί ελεύθερα να το κάνει.

κανείς, κανένας

pronombre

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
Me pregunto si alguien ha encontrado al gato perdido.
Αναρωτιέμαι αν έχει βρει κανένας τη γάτα που εξαφανίστηκε.

κανείς, κανένας

pronombre

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
Dudo que alguien se diera cuenta de tu error.
Αμφιβάλλω ότι πρόσεξε κανείς (or: κανένας) το λάθος σου.

κανείς, κανένας

pronombre

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
El poco probable que alguien me robe el coche; ¡es un montón de chatarra!
Είναι απίθανο να έχει κλέψει κάποιος το αυτοκίνητό μου. Είναι ένα μάτσο παλιοσίδερα.

κάτι

pronombre (importante) (για ολα τα γένη)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
Se debe pensar que es alguien.
Πρέπει να νομίζει ότι είναι κάποια.

κάποιος

nombre común en cuanto al género (importante) (ειρωνικό)

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
Reconozco a ese hombre de allí. Es alguien de la industria del cine.

οποιοσδήποτε

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
Simplemente, dale esos archivos a Mark, a Karen, o a alguien de contabilidad.
Απλά δώσε τους φακέλους στον Μάρκ, ή όποιον βρεις στο λογιστήριο.

κάποιος

pronombre

(αντωνυμία: Δηλώνει ουσιαστικό ή επίθετο το οποίο δεν αναφέρεται, π.χ. εγώ, εσύ, αυτός/αυτή/αυτό κλπ.)
Alguien se comió el último trozo del pastel, pero no sé quién fue.
Κάποιος έφαγε το τελευταίο κομμάτι τούρτα, αλλά δεν ξέρω ποιος.

η πρακτική να αφήνεις ένα βιβλίο σε δημόσιο χώρο ώστε να το βρουν και να το διαβάσουν άλλοι

(voz inglesa)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

αποφεύγω

(coloquial)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
A veces tenemos que hacer cosas que no nos gustan, no es posible escaparse siempre.

καρφώνω

(καθομιλουμένη, μεταφορικά)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

τοποθετώ, βάζω απέναντι

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La caprichosa chica enfrentó a sus dos pretendientes.

έχω μπλέξει άσχημα

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ακολουθώ πολιτική στρουθοκαμήλου, ακολουθώ τακτική στρουθοκαμήλου, εφαρμόζω πολιτική στρουθοκαμήλου

(figurado) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Al presidente le dijeron avestruz por haber ignorado el derrame de petróleo.
Ο κυβερνήτης κατηγορήθηκε ότι ακολουθεί πολιτική στρουθοκαμήλου επειδή αγνόησε την πετρελαιοκηλίδα.

τρελαίνομαι

(coloquial) (μεταφορικά: από κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Mi madre estaba sacada cuando no la llamé.

γιορτάζω

(τιμώ κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Fue agasajado por sus colegas después de ganar el premio.

έχω πάρει χαμπάρι κπ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Todos están fascinados con ese charlatán, ¡pero yo lo conozco!

προχωράω, προχωρώ

(μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Para triunfar en la vida, debes estar dispuesto a trabajar duro.
Για να πας μπροστά στη ζωή θα πρέπει να είσαι πρόθυμος να δουλέψεις σκληρά.

προσφέρω

(κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Deberías ofrecerle el último caramelo a tu hermana.
Θα έπρεπε να προσφέρεις το τελευταίο σου γλυκό στην αδερφή σου.

φωνάζω, λέω

(κάποιον κάτι)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Tom apodó a su hermano «el pez» porque se pasó todo el verano en la piscina.
Ο Τομ έδωσε στον μικρό του αδελφό το παρατσούκλι «Ψάρι» γιατί όλο το καλοκαίρι το πέρασε στην πισίνα.

συγκλονίζω

(προκαλώ ταραχή)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
La noticia de la muerte de su padre la conmocionó.
Τα νέα για τον θάνατο του πατέρα της την σόκαραν (or: σοκάρισαν).

αναγκάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
No iré. No puedes obligarme.
Δεν φεύγω! Δεν μπορείς να με αναγκάσεις!

κολακευτικός

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Erin llevaba un vestido favorecedor en la fiesta.

κελεπούρι

(figurado) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Amy supo al instante que su nuevo novio era una joya.

κάνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
¿Hago la llamada por usted?
Να τηλεφωνήσω εγώ για σένα;

γεμίζω, λούζω, σκεπάζω, καλύπτω

(figurado) (κπ/κτ με κτ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
En la foto se veían los novios bañados con confeti.
Στη φωτογραφία ο γαμπρός και η νύφη ήταν λουσμένοι σε κονφετί.

σφυροκοπώ

(figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El enemigo les estaba cubriendo de fuego de artillería.

καλύτερος

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
Las manzanas son mejores para ti que las hamburguesas de queso.
Τα μήλα είναι καλύτερα για σένα από τα τσίζμπεργκερ.

διατηρώ ερωτική σχέση με

(sexualmente)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Nunca es buena idea intimar con los compañeros de trabajo.

σκοτίζω, ζαλίζω

locución verbal (καθομιλουμένη)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Mi jefe me está encima con esos informes atrasados. Mi madre siempre me está encima con los deberes.
Το αφεντικό μου με ζαλίζει για τις καθυστερημένες αναφορές.

προσλαμβάνομαι από κπ

locución verbal (ES)

Fue fichado por una empresa petrolera.

στην κρίση σου

(usted, él, ella)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Puede firmar, o mantenerse en el anonimato, como prefiera.

δίπλα σε κπ, πλάι σε κπ

locución adverbial

Me sentaré al lado de usted en el banquete.

οι μέρες του είναι μετρημένες

(vida)

κπ που βγάζει πολλά λεφτά

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Carrie es una hacedora de dinero; ¡tiene tres trabajos!

αυτός που παρενοχλεί σεξουαλικά

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

κινηματογραφόφιλος

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

ηγετική μορφή σε έναν κλάδο που καθορίζει τις τάσεις που θα ακολουθηθούν

(literal)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ό,τι πρέπει

(informal)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Una semana de vacaciones al sol era justo lo que hacía falta.

σωσίας

(αργκό)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Era el vivo retrato del presidente, y se ganaba la vida imitándolo.

ελεύθερο πουλί

(literal) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

τηλεφωνικό σεξ

locución verbal (figurado)

μαλαγάνας, γαλίφης

(Argentina, fam)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Se cree alguien que se las sabe todas y no es más que un imbécil engreído.

κπ που αναπνέει από το στόμα

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

καλοφαγάς

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

καρύδωμα

locución verbal (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

που πάει για κολυμπηθρόξυλο

(αργκό)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

το να προσέχω το σπίτι κπ ενόσω λείπει

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

φύλαξη κατοικίδιων ζώων

locución verbal

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

που τραβάει την προσοχή

locución nominal con flexión de género

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

με πρωταγωνιστή τον

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Vimos una película sobre un jugador de pool protagonizada por Paul Newman.

οποιοσδήποτε άλλος

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Si alguien más conoce la canción, por favor que cante con nosotros.

ξεπροβοδίζω

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

δίνω τα φώτα μου

(μεταφορικά: σε κπ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
¿Puedo hacerte unas preguntas?
Θα μου δώσεις μια στιγμή τα φώτα σου;

στέλνω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Rose envió a su asistente a que se encargara de la entrega.
Η Ρόουζ έστειλε τη βοηθό της να ασχοληθεί με την παραλαβή.

δελεάζω

(κπ να κάνει κτ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Ann trató de persuadir a su jefe para cerrar la oficina temprano los viernes.
Η Ανν προσπάθησε να πείσει το αφεντικό της να κλείνει το γραφείο νωρίς τις Παρασκευές.

υποχρεώνω, αναγκάζω, εξαναγκάζω

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El comportamiento de Daniel obligó a su madre a disculparse en su nombre.
Η συμπεριφορά του Ντάνιελ ανάγκασε τη μητέρα του να ζητήσει συγγνώμη εκ μέρους του.

αποστασιοποιούμαι

(από κπ)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Eventualmente, Diane se separó de sus amigos problemáticos.

ωθώ, προτρέπω, παροτρύνω, παρακινώ

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
El político exhortó a los constituyentes a discutir la ley propuesta.

επικοινωνώ με κπ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
¿Has estado en contacto con ella últimamente?

αποτελώ έκπληξη, είμαι έκπληξη

(coloquial)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
La carta ofreciéndome trabajo me pilló por sorpresa.

επαναλαμβάνω κτ σε κπ

locución verbal (figurado)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Nuestro padre, un hombre sabio pero sin educación, siempre nos machacó con la importancia de una buena educación.
Ο πατέρας μας, ένας έξυπνος αλλά αμόρφωτος άνθρωπος, μας επαναλάμβανε συνέχεια την αξία της καλής εκπαίδευσης.

βγάλε κτ/κπ από το μυαλό σου

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Ya sé que fue duro romper, pero tienes que sacártelo de la cabeza.

έχω την εντύπωση

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Tengo la impresión de que las elecciones en realidad no han servido para nada.

χτυπάω κπ στο ευαίσθητο σημείο του

(μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Su divorcio lo tocó donde más le duele: en la billetera.
Το διαζύγιο τον χτύπησε στο ευαίσθητο σημείο του: το πορτοφόλι του.

κάνω κπ να πιστέψει

(κάτι ή ότι/πως)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
El asesor financiero me hizo creer que mis inversiones eran seguras.

κοιτάζω κπ κατάματα

locución verbal

κάνω κπ να καταλάβει κτ, δίνω σε κπ να καταλάβει κτ

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Me gustaría poder hacerle ver cuánto lo amo.

τελειώνω μία σχέση

Sarah y John iban a casarse el mes que viene, pero ella se enteró de que él estaba teniendo una aventura y decidió romper la relación.

φορτώνω χρέη

(ES)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

λούζω με βρισιές

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Puedes insultarme de arriba a abajo, pero no cambia la situación en absoluto.

κάνω κτ για κπ

δίνω ώθηση

locución verbal (μεταφορικά)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
La publicidad le dio un impulso a las ventas de la compañía.

βοηθώ οικονομικά

locución verbal

είμαι επιεικής, είμαι ευγενικός

locución verbal

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
No seas blando conmigo, debes decir lo que realmente piensas.
Μην είσαι επιεικής (or: Μην είσαι ευγενικός) μαζί μου. Πρέπει να πεις αυτό που πιστεύεις.

βάζω κπ στο μάτι, βάζω κπ στο στόχαστρο

(coloquial) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Mi jefe me la tiene jurada desde que tuve ese último periodo de ausencia.

τα χώνω

locución verbal (αργκό, μτφ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Los trabajadores despedidos se despacharon contra su ex jefe ante la prensa.

βοηθώ κπ να αποφασίσει

locución verbal

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Para ayudarte a decidir entre esas opciones, haz una lista con los pros y los contras de cada una.

κρατάω

locución verbal (κάτι σε κάποιν)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Lo insultó hace años, y él todavía esta resentido con ella.
Τον προσέβαλε πριν χρόνια αλλά ακόμα της το κρατάει μανιάτικο.

γίνομαι όνομα, γίνομαι μεγάλο όνομα

locución verbal (καθομιλουμένη, μτφ)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
Si querés llegar a ser alguien de renombre, mínimamente tenés que trabajar con mucho esfuerzo y dedicación.

έρχομαι σε επαφή με κπ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Tal vez algún día los extraterrestres harán contacto con la Tierra.

καθιστώ κπ υπεύθυνο για κτ

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

δεν επικοινωνώ, δε συνεννοούμαι με

locución verbal (coloquial)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
La película no llegó a los espectadores en algunos países.

θέτω εκτός ενεργού δραστηριότητας

(ES, figurado) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Tendrías que meter esas zapatillas en el baúl de los recuerdos, tienen más agujeros que tela.

βάζω κάποιον να κοιμηθεί, αναισθητοποιώ

locución verbal

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Estos somníferos me ponen a dormir rápidamente.

περνάω τα χέρια μου γύρω από κπ

locución verbal

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
La rodeó con sus brazos mientras le susurraba al oído.

απαλλάσσω, αποδεσμεύω

locución verbal (από υπόσχεση, υποχρέωση)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

Ας μάθουμε ισπανικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του alguien στο ισπανικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο ισπανικά.

Σχετικές λέξεις του alguien

Γνωρίζετε για το ισπανικά

Τα ισπανικά (español), επίσης γνωστή ως Castilla, είναι μια γλώσσα της ιβηρορομανικής ομάδας των ρομανικών γλωσσών και η 4η πιο κοινή γλώσσα στον κόσμο σύμφωνα με ορισμένες πηγές, ενώ άλλες την αναφέρουν ως 2η ή 3η πιο κοινή γλώσσα. Είναι η μητρική γλώσσα περίπου 352 εκατομμυρίων ανθρώπων και ομιλείται από 417 εκατομμύρια άτομα όταν προσθέτουμε τους ομιλητές της ως γλώσσα. δευτερεύουσα (εκτιμάται το 1999). Τα ισπανικά και τα πορτογαλικά έχουν πολύ παρόμοια γραμματική και λεξιλόγιο· Ο αριθμός παρόμοιου λεξιλογίου αυτών των δύο γλωσσών είναι έως και 89%. Τα ισπανικά είναι η κύρια γλώσσα 20 χωρών σε όλο τον κόσμο. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός των ομιλητών της Ισπανικής είναι μεταξύ 470 και 500 εκατομμύρια, καθιστώντας τα δεύτερη πιο ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο ως προς τον αριθμό των φυσικών ομιλητών.