Τι σημαίνει το faucet στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης faucet στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του faucet στο Αγγλικά.

Η λέξη faucet στο Αγγλικά σημαίνει βρύση, χτύπημα, σκούντημα, σκούντηγμα, χτύπημα, κτύπημα, χτυπάω, χτυπώ, κτυπάω, κτυπώ, σκουντάω, σκουντώ, χτυπάω, χτυπώ, κρατάω το ρυθμό, κάνουλα, κοριός, σπειροτόμος, κλακέτες, σιωπητήριο, πατάω, ξεχωρίζω, εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ, τρυπάω, τρυπώ, αντλώ, δημιουργώ σπειρώματα με σπειροτόμο, παρακολουθώ, εκμεταλλεύομαι, δανείζομαι, εκμεταλλεύομαι, δακτυλογραφώ, χτυπάω σε ρυθμό, τρελός, παλαβός, βαρελίσιος, πρόχειρος, οσφυονωτιαία παρακέντηση, χορός με κλακέτες, χορεύω με κλακέτες, χορευτής με κλακέτες. χορεύτρια με κλακέτες, χορός με κλακέτες, βάζω κοριό στο τηλέφωνο, νερό της βρύσης, τζάμπολ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης faucet

βρύση

noun (water faucet)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Robert turned on the tap and let the water run into the sink.
Ο Ρόμπερτ άνοιξε τη βρύση και άφησε το νερό να τρέξει στον νεροχύτη.

χτύπημα

noun (knock made with finger) (ελαφρύς ήχος)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Linda heard a tap at the window and looked up to see the postman with a parcel for her.
Η Λίντα άκουσε ένα χτύπημα στο παράθυρο, κοίταξε και είδε τον ταχυδρόμο με ένα δέμα για εκείνη.

σκούντημα, σκούντηγμα, χτύπημα, κτύπημα

noun (poke or pat)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Jim felt Peter's tap on his shoulder and turned to see what he wanted.
Ο Τιμ ένιωσε το σκούντημα του Πίτερ στον ώμο του και γύρισε να δει τι ήθελε.

χτυπάω, χτυπώ, κτυπάω, κτυπώ

transitive verb (rap with fingers)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Jessica tapped the door before going in.
Η Τζέσικα χτύπησε την πόρτα πριν μπει μέσα.

σκουντάω, σκουντώ, χτυπάω, χτυπώ

transitive verb (poke, pat)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Harry went up to Catherine and tapped her on the shoulder. Beth tapped the icon for the app she wanted to open on her phone screen.
Ο Χάρι πλησίασε την Κάθριν και την άγγιξε στον ώμο.

κρατάω το ρυθμό

transitive verb (music: mark beats with foot, etc.) (με πόδι, χέρι κλπ)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The music started and soon everyone was tapping their feet.
Η μουσική άρχισε και σύντομα όλοι χτυπούσαν ρυθμικά τα πόδια τους.

κάνουλα

noun (draught: for beer)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The barman poured a pint from the tap.

κοριός

noun (informal, abbreviation (bug, wiretap) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Caroline suspected someone had a tap on her phone.

σπειροτόμος

noun (metal cutting tool) (εργαλείο για δημιουργία σπειρωμάτων)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Jason used a tap to cut the threads in the nut.
Ο Τζέισον χρησιμοποίησε σπειροτόμο, για να δημιουργήσει σπειρώματα στο περικόχλιο της βίδας.

κλακέτες

noun (tap-dancing) (μεταφορικά: χορός)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Stephen does both ballet and tap.
Ο Στίβεν κάνει μπαλέτο και χορεύει κλακέτες.

σιωπητήριο

plural noun (mainly US (nighttime bugle signal in camp)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
At taps, all the lights were extinguished.

πατάω

transitive verb (type: on keyboard)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The secretary was tapping the keys.

ξεχωρίζω

transitive verb (US, figurative (designate, single out)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Senior figures in the party have tapped the young senator as a possible future president.

εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ

transitive verb (figurative (make use of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The manager wanted to tap his team's potential.

τρυπάω, τρυπώ

transitive verb (pierce to draw out sap)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The tree surgeon tapped the trunk of the big maple.

αντλώ

transitive verb (draw liquid by opening faucet)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The Smith family tap their water from a natural spring.

δημιουργώ σπειρώματα με σπειροτόμο

transitive verb (cut screw threads)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Julie tapped a piece of metal to make a nut.
Με σπειροτόμο, η Τζούλι δημιούργησε σπειρώματα στο μέταλλο, για να φτιάξει ένα περικόχλιο βίδας.

παρακολουθώ

transitive verb (informal, abbreviation (wiretap, bug) (π.χ. τις κλήσεις, κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Adrian suspected someone was tapping his calls.

εκμεταλλεύομαι

transitive verb (resource: exploit)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The mine owner was pleased to hear the workers were tapping a new vein.

δανείζομαι

(slang (money: borrow from) (κάτι από κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The teenager tapped her mother for £20.

εκμεταλλεύομαι

phrasal verb, transitive, inseparable (find way of using)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Paula wished she could tap into Rachel's enthusiasm.
Η Πάολα ευχόταν να μπορούσε να αξιοποιήσει τον ενθουσιασμό της Ρέιτσελ.

δακτυλογραφώ

phrasal verb, transitive, separable (type)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

χτυπάω σε ρυθμό

phrasal verb, transitive, separable (beat: a rhythm)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

τρελός, παλαβός

adjective (UK, slang (crazy, insane)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

βαρελίσιος

adverb (served on draught)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The pub has a good range of beers on tap.

πρόχειρος

adverb (figurative, informal (readily available) (μεταφορικά, καθομιλουμένη)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The auto parts store always keeps a selection of fan belts on tap.

οσφυονωτιαία παρακέντηση

noun (procedure to draw fluid from spine) (ιατρική)

A spinal tap is a delicate and painful medical procedure.
Η οσφυονωτιαία παρακέντηση συνιστά λεπτή και επώδυνη ιατρική διαδικασία.

χορός με κλακέτες

noun (dance performed with clicking shoes)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
He jumped up on the table and did a tap dance.

χορεύω με κλακέτες

intransitive verb (dance with clicking shoes)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
My daughter learned to tap dance at school.

χορευτής με κλακέτες. χορεύτρια με κλακέτες

noun ([sb] who dances with clicking shoes)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The tap dancer's performance was mesmerising.

χορός με κλακέτες

noun (dancing with clicking shoes)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
My daughter's always enjoyed tap dancing.

βάζω κοριό στο τηλέφωνο

verbal expression (bug [sb]'s telephone)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I think someone might have tapped my phone – it's making a funny noise.

νερό της βρύσης

noun (drinking water from a faucet)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Would you like bottled water or tap water?
Θα ήθελες εμφιαλωμένο ή νερό βρύσης;

τζάμπολ

noun (basketball: start with jump ball) (μπάσκετ)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του faucet στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του faucet

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.