Τι σημαίνει το profit στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης profit στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του profit στο Αγγλικά.

Η λέξη profit στο Αγγλικά σημαίνει κέρδος, αποκομίζω κέρδος, επωφελούμαι από κτ, ωφελούμαι από κτ, βγάζω κέρδος από κτ, επωφελούμαι από κτ, επωφελούμαι, ωφελούμαι, επωφελούμαι από κτ, κερδίζω από κτ, επωφελούμαι από κτ, όφελος, κέρδος, όφελος, κερδίζω από κτ, επωφελούμαι από κτ, βγάζω κέρδος από κτ, επωφελούμαι από κτ, με κέρδος, μεικτό, ακαθάριστο κέρδος, καθαρό κέρδος, μη κερδοσκοπικός, μη κερδοσκοπικός, μη κερδοσκοπικός οργανισμός, μη κερδοσκοπικός οργανισμός, κέρδος και απώλεια, κέρδος προ φόρων, κέντρο κέρδους, περιθώριο κέρδους, κίνητρο κέρδους, συμμετοχή στα κέρδη, κερδοσκοπικός, που στοχεύει στο κέρδος, που επιδιώκει την κερδοφορία, σχετικά με την κατανομή κερδών, σχετικά με τη συμμετοχή στα κέρδη, φέρνω κέρδος, φέρνω χρήματα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης profit

κέρδος

noun (earnings)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
He made a profit by selling the shirt for more than he bought it.
Πουλώντας το πουκάμισο ακριβότερα απ' όσα το αγόρασε, είχε κέρδος.

αποκομίζω κέρδος

intransitive verb (earn)

By investing wisely, we will profit.
Αν επενδύσουμε έξυπνα, θα βγάλουμε χρήματα.

επωφελούμαι από κτ, ωφελούμαι από κτ

(make money from)

The company stands to profit from the merger.
Η εταιρεία θα βγάλει κέρδος από τη συγχώνευση.

βγάζω κέρδος από κτ, επωφελούμαι από κτ

verbal expression (make money from)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The company profited from selling licenses of its operating system to makers of mobile devices.
Η εταιρεία έβγαλε κέρδος από την πώληση αδειών του λειτουργικού συστήματός της σε κατασκευαστές κινητών συσκευών.

επωφελούμαι, ωφελούμαι

verbal expression (exploit) (κάνοντας κάτι)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Unscrupulous funeral directors may profit from the bereaved by offering only the most expensive options.
Αδίστακτοι εργολάβοι κηδειών επωφελούνται προσφέροντάς στους πενθούντες μόνο τις πιο ακριβές επιλογές.

επωφελούμαι από κτ

(figurative (gain advantage, benefit)

My colleague tried to profit by my mistake.

κερδίζω από κτ, επωφελούμαι από κτ

(figurative (gain advantage)

If you would be willing to advise us, we would profit greatly from your expertise.
Εάν είχατε τη διάθεση να μας συμβουλέψεις, θα κερδίζαμε από τις γνώσεις σας.

όφελος, κέρδος

noun (benefit)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
There is no profit in being rude to people.

όφελος

noun (advantage)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Come to the meeting tonight and you might hear something to your profit.
'Ελα στην αποψινή συνάντηση και μπορεί να ακούσεις κάτι που θα είναι προς όφελός σου.

κερδίζω από κτ, επωφελούμαι από κτ

phrasal verb, transitive, inseparable (gain advantage from)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We can all profit by being patient.

βγάζω κέρδος από κτ, επωφελούμαι από κτ

phrasal verb, transitive, inseparable (make money from)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Naylor profited by selling the securities at higher prices than he paid for them.

με κέρδος

adverb (gaining financially)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Alan repairs second-hand cars and then sells them at a profit.

μεικτό, ακαθάριστο κέρδος

noun (total profit made)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Last year the company made a gross profit before tax of $11 million.

καθαρό κέρδος

noun (profit after tax, etc.)

μη κερδοσκοπικός

adjective (organization: not run for income)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
He donates money to several non-profit-making charities.

μη κερδοσκοπικός

adjective (business: not run for profit)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
The nonprofit organization removes plastic from beaches.

μη κερδοσκοπικός οργανισμός

noun (informal (law: organization)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Although Samuel works for a nonprofit, he earns good money.

μη κερδοσκοπικός οργανισμός

noun (law: no profit motive)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)

κέρδος και απώλεια

(economics)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

κέρδος προ φόρων

noun (amount made prior to paying taxes) (λογιστική)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

κέντρο κέρδους

noun (part of business organization)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

περιθώριο κέρδους

noun (business: profit percentage)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

κίνητρο κέρδους

noun (economy: business goal)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

συμμετοχή στα κέρδη

noun (employees share profits)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The company offers its employees profit sharing in addition to a paid pension and paid insurance.

κερδοσκοπικός

adjective (motivated by moneymaking)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

που στοχεύει στο κέρδος, που επιδιώκει την κερδοφορία

adjective (with money as goal)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

σχετικά με την κατανομή κερδών, σχετικά με τη συμμετοχή στα κέρδη

adjective (plan, scheme)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

φέρνω κέρδος, φέρνω χρήματα

verbal expression (make money, generate income)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του profit στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του profit

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.