Τι σημαίνει το show στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης show στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του show στο Αγγλικά.

Η λέξη show στο Αγγλικά σημαίνει δείχνω, δείχνω, δείχνω, δείχνω, προβάλλω, φαίνομαι, φαίνομαι, πρόγραμμα, παράσταση, παράσταση, επίδειξη, παρουσίαση, προσποίηση, έκθεση, παράσταση, εικόνα, θέαμα, αιματηρή βλέννη, εκθέτω προϊόντα, έρχομαι, πηγαίνω, τερματίζω στην τρίτη θέση, φαίνομαι έγκυος, παίζομαι, παίζω, προβάλλω, δείχνω, δείχνω, δείχνω, παρουσιάζω, δείχνω, εκφράζω, δείχνω, δείχνω, παίζω, προβάλλω, συνοδεύω, κάνω φιγούρα/μόστρα, κοκορεύομαι, κορδώνομαι, το παίζω, επιδεικνύω, τονίζω, ξεπροβοδίζω, φαίνομαι, εμφανίζομαι, φαίνομαι, προβάλλω, δείχνω, κάνω ρεζίλι, ναυτικό σαλόνι, παράσταση στο Μπροντγουέι, παράσταση μπουρλέσκ, με ψηφοφορία δι' ανατάσεως των χεριών, chart show, κωμωδία, εκπομπή μαγειρικής, έκθεση χειροτεχνίας, αστυνομική σειρά, χώρος διασκέδασης με παράσταση και φαγητό, παρουσίαση/εκδήλωση για νέο προΐόν ή σκοπό, διαγωνισμός για σκύλους, επίδειξη μόδας, σόου σε νυχτερινό κλαμπ, πρόγραμμα σε νυχτερινό κλαμπ, χάριν εντυπωσιασμού, έκθεση τεράτων, έκθεση τεράτων, τηλεπαιχνίδι, δείχνω, αποδεικνύω, τέλεια, ωραία, καταπληκτικά, επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά, επιτυχημένη θεατρική παράσταση, διαγωνισμός αλόγων, σόου με φώτα, ζωντανή εκπομπή, live show, μαγικό τρικ, μη εμφάνιση, απών, που εκτίθεται, που παρουσιάζεται, παράσταση με έναν μοναδικό πρωταγωνιστή, ερωτική ταινία που προβάλλεται σε καμπίνες ιδιωτικής προβολής με την εισαγωγή χρημάτων σε μηχάνημα, κουκλοθέατρο, δίνω παράσταση, ανεβάζω μια παράσταση, προσποιούμαι, υποκρίνομαι, τηλεπαιχνίδι, ραδιοφωνική εκπομπή, ριάλιτι, περιοδεύουσα θεατρική ή μουσική παράσταση, περιοδεύω θεατρική ή μουσική παράσταση, είδος προφορικής άσκησης στο σχολείο, ξεναγώ, ξεναγώ κπ σε κτ, σόου μπίζνες, σόου-μπιζ, σόουμπιζ, ομάδα καλλιτεχνών που τραγουδούν και χορεύουν, δείχνω σεβασμό σε/προς, δείχνω καλοσύνη/ευαισθησία προς, νοιάζομαι για, περιφρονώ, επιδεικνύω, δείχνω τον τρόπο, ψήφος δια ανατάσεως, ψήφος δια ανατάσεως της χειρός, εκδηλώνω θαυμασμό/εκτίμηση για, δείχνω σεβασμό σε/προς, δείχνω σεβασμό σε/προς, δείχνω σεβασμό σε/προς, υποδηλώνω πιθανότητα/προοπτική, εμφανίζω σημάδια/συμπτώματα, εξαιρετική παράσταση, εμπόδιο, κατατοπίζω, δείχνω το δρόμο, δείχνω το δρόμο, δείχνω σε κπ το δρόμο για κτ, δίκη παρωδία, δείχνω τον πραγματικό μου εαυτό, σταματώ να κρύβομαι, αποδεικνύομαι, φιγουρατζής, καυχησιάρης, σόου μπιζ, σόου μπίζνες, σόου γκερλ, ιππικοί αγώνες με εμπόδια, σοουγούμαν, showwoman, προβολή εικόνων, προβολή διαφανειών, κλέβω την παράσταση, δείχνω ενδιαφέρον, δείχνω ενδιαφέρον για κπ/κτ, διαγωνισμός ταλέντου, τοκ σόου, τοκ σόου, τηλεοπτική εκπομπή, τηλεοπτικό πρόγραμμα, θέατρο με ποικιλία θεαμάτων, θέατρο με ποικιλία θεαμάτων. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης show

δείχνω

transitive verb (make visible)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He always shows his teeth when he smiles.
Δείχνει πάντα τα δόντια του, όταν χαμογελά.

δείχνω

transitive verb (display) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He showed his collection of postcards to his visitors.
Έδειξε τη συλλογή των καρτ ποστάλ του στους επισκέπτες.

δείχνω

transitive verb (demonstrate) (σε κπ πως να κάνει κτ)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He showed his daughter how to tie her shoes.
Έδειξε στην κόρη του πώς να δένει τα κορδόνια της.

δείχνω

transitive verb (exhibit)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Can you show me the correct way to tie a reef knot?
Μπορείς να μου δείξεις το σωστό τρόπο για να φτιάξω ένα στρυρόκομπο;

προβάλλω

transitive verb (present, perform)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The local theatre is showing "Salome" at the moment.
Το τοπικό σινεμά παίζει τη «Σαλώμη».

φαίνομαι

intransitive verb (be visible)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The spot showed on her shirt.
Ο λεκές φαινόταν στο πουκάμισό της.

φαίνομαι

intransitive verb (emotion: be evident)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
He was upset and it showed.
Ήταν αναστατωμένος κι αυτό ήταν φανερό.

πρόγραμμα

noun (US (TV programme)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
My favourite show on TV is on Wednesdays at eight o'clock.
Η αγαπημένη μου τηλεοπτική εκπομπή παίζεται κάθε Τετάρτη στις οχτώ.

παράσταση

noun (theatre: play, musical)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
We are hoping to see a show when we are in New York.
Ελπίζουμε να δούμε μια παράσταση, όταν θα είμαστε στη Νέα Υόρκη.

παράσταση

noun (performance)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Everyone became quiet and sat down in their seats as the show started.
Όλοι σώπασαν και κάθισαν στις θέσεις τους όταν άρχισε το σόου.

επίδειξη, παρουσίαση

noun (display)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Christopher's show of his prize potatoes and leeks was impressive.

προσποίηση

noun (pretence)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Oh, his smile was just for show. He is really quite sad.
Χμ, το χαμόγελό του ήταν θέατρο. Στην πραγματικότητα είναι πολύ στενοχωρημένος.

έκθεση

noun (exhibition)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
There is a new show on Matisse at the museum.

παράσταση

noun (feature film at cinema)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I'm going to see the show at three o'clock. It's the new Disney film.

εικόνα

noun (informal (impression)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
When he dresses formally, it's an impressive show.

θέαμα

noun (informal, figurative (spectacle)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Did you see the way she was behaving? What a show!

αιματηρή βλέννη

noun (informal (childbirth: loss of mucus plug)

The show means that childbirth has begun.

εκθέτω προϊόντα

intransitive verb (colloquial (display goods)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
We usually show at the town garden festival.
Συνήθως εκθέτουμε τα προϊόντα μας στο φεστιβάλ κήπου του δήμου.

έρχομαι, πηγαίνω

intransitive verb (informal (appear, turn up)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Did Joe show at the party last night?

τερματίζω στην τρίτη θέση

intransitive verb (horse racing: finish third)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The horse was expected to show in the race.

φαίνομαι έγκυος

intransitive verb (informal (woman: be visibly pregnant)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Sally is fifteen weeks pregnant now and she's starting to show.

παίζομαι, παίζω

intransitive verb (film: be on at cinema)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
What movies are showing at the cinema this week?

προβάλλω

transitive verb (put on display)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She likes to show all her china in her drawing room.

δείχνω

transitive verb (measure, indicate)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The thermometer showed twelve degrees.

δείχνω

transitive verb (offer for sale) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The agent will show the house to interested buyers.

δείχνω, παρουσιάζω

transitive verb (produce facts, evidence) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She showed them the statistics to help prove her point.

δείχνω, εκφράζω

transitive verb (express)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He showed his love for her by giving her flowers.

δείχνω

transitive verb (grant: favour, mercy) (κάτι σε κάποιον)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He showed him great mercy by not executing him.

δείχνω, παίζω, προβάλλω

transitive verb (broadcast: film, TV show)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
They're showing a repeat of that comedy you used to like.

συνοδεύω

phrasal verb, transitive, separable (guide into a place)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

κάνω φιγούρα/μόστρα, κοκορεύομαι, κορδώνομαι, το παίζω

phrasal verb, intransitive (informal (behave boastfully) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
He's showing off to impress her.
Κάνει φιγούρα για να την εντυπωσιάσει.

επιδεικνύω

phrasal verb, transitive, separable (display proudly)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
When his famous mother came to school, he showed her off to all his friends.

τονίζω

phrasal verb, transitive, separable (draw attention to)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He bought a close-fitting shirt that showed off his newly developed muscles.
Αγόρασε ένα στενό πουκάμισο που τόνιζε τους νεαποκτηθέντες μύες του.

ξεπροβοδίζω

phrasal verb, transitive, separable (escort to exit)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
After the dinner party, Claire showed the guests out and said goodbye to them.

φαίνομαι

phrasal verb, intransitive (be visible through [sth])

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The fabric of Heather's white pants was thin, and her black underwear showed through.

εμφανίζομαι

phrasal verb, intransitive (informal (arrive, be present) (μεταφορικά)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
We were supposed to meet for tea at 5 o'clock, but she didn't show up.
Υποτίθεται ότι θα βρισκόμασταν για τσάι στις πέντε, αλλά δεν εμφανίστηκε.

φαίνομαι

phrasal verb, intransitive (be visible)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Sometimes a tumor does not show up on an x-ray.
Μερικές φορές ένας καρκινικός όγκος δεν είναι ορατός στις ακτινογραφίες.

προβάλλω, δείχνω

phrasal verb, transitive, separable (informal (make visible, obvious)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
This picture really shows up Caroline's beautiful features.
Αυτή η φωτογραφία πραγματικά αναδεικνύει τα όμορφα χαρακτηριστικά της Κάρολαϊν.

κάνω ρεζίλι

phrasal verb, transitive, separable (informal (embarrass, expose)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Joan's husband got drunk and showed her up in front of the other guests.
Ο σύζυγος της Τζοάν μέθυσε και την έκανε ρεζίλι μπροστά στους άλλους καλεσμένους.

ναυτικό σαλόνι

noun (exhibition of boats)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
This year, the boat show will feature antique wooden vessels.

παράσταση στο Μπροντγουέι

noun (performance in New York City)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

παράσταση μπουρλέσκ

noun (erotic comedy cabaret)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

με ψηφοφορία δι' ανατάσεως των χεριών

adverb (with an impromptu vote)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
Our class decided to continue reading the novel by a show of hands.

chart show

noun (UK (tv, radio: pop music programme) (μουσική εκπομπή)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

κωμωδία

noun (humorous tv or radio programme)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

εκπομπή μαγειρικής

noun (TV programme involving cookery)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

έκθεση χειροτεχνίας

noun (handicrafts exhibition)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

αστυνομική σειρά

noun (TV drama about detective, police)

χώρος διασκέδασης με παράσταση και φαγητό

noun (US (entertainment: meal and a show)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
We recently saw Cabaret at a dinner theater where the food was more lively than the performers.

παρουσίαση/εκδήλωση για νέο προΐόν ή σκοπό

noun (informal, figurative, pejorative (event: to gain support) (ιδιωματισμός)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

διαγωνισμός για σκύλους

noun (competition involving dogs)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

επίδειξη μόδας

noun (event where models display clothes)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

σόου σε νυχτερινό κλαμπ, πρόγραμμα σε νυχτερινό κλαμπ

noun (nightclub entertainment)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

χάριν εντυπωσιασμού

adverb (in order to impress)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
The recent series of police raids were only really for show.

έκθεση τεράτων

noun (figurative (bizarre or exhibitionist display) (μεταφορικά)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Did you see that talent show on the TV last night? What a freak show!
Είδες το σόου ταλέντων στην τηλεόραση χθες βράδυ; Τι έκθεση τεράτων!

έκθεση τεράτων

noun (dated (circus act featuring deformities) (τσίρκο)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Bearded women were a staple of the traditional freak show.

τηλεπαιχνίδι

noun (tv or radio quiz)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
It's one of television's most popular game shows You don't have to be brilliant to win a game show.
Είναι ένα από τα πιο διάσημα τηλεπαιχνίδια. Δεν χρειάζεται να είσαι πανέξυπνος για να κερδίσεις σε ένα τηλεπαιχνίδι.

δείχνω, αποδεικνύω

verbal expression (serve to illustrate)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
That just goes to show that you can't trust anyone.

τέλεια, ωραία, καταπληκτικά

interjection (dated (excellent, that's good)

(επιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.)

επιτυχημένη τηλεοπτική σειρά

noun (successful tv series)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Friends was a hit show on both sides of the Atlantic.

επιτυχημένη θεατρική παράσταση

noun (successful stage production)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

διαγωνισμός αλόγων

noun (judged competition of horses)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

σόου με φώτα

noun (colorful display of lights)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

ζωντανή εκπομπή

noun (tv, radio: live broadcast)

I prefer edited programs rather than live shows.

live show

noun (stage: live performance)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
This tape was recorded at his live show in New York.

μαγικό τρικ

noun (performance by an illusionist)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The children at the birthday party loved the magic show.

μη εμφάνιση

noun (informal (failure to be present)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

απών

noun ([sb] invited who isn't present)

(μετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.)
Our surprise birthday party was a flop--the guest of honor was a no-show.

που εκτίθεται, που παρουσιάζεται

adverb (displayed for [sb] to see)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

παράσταση με έναν μοναδικό πρωταγωνιστή

noun (entertainment)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

ερωτική ταινία που προβάλλεται σε καμπίνες ιδιωτικής προβολής με την εισαγωγή χρημάτων σε μηχάνημα

noun (erotic film viewed through peephole)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
It was hard to see the peep show: the glass peephole was totally misted up. Since it's so easy to watch pornographic DVDs at home, hardly anybody goes to peep shows these days.
Από τη στιγμή που είναι τόσο εύκολο να παρακολουθήσει κανείς πορνογραφικά DVD στο σπίτι, σχεδόν κανείς δεν βλέπει ερωτικές ταινίες σε καμπίνες ιδιωτικής προβολής.

κουκλοθέατρο

(entertainment)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

δίνω παράσταση

verbal expression (perform)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Young children often like to put on a show for their friends.

ανεβάζω μια παράσταση

verbal expression (organize a performance)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

προσποιούμαι, υποκρίνομαι

verbal expression (feign, give impression of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The parents put on a show of unity so as not to worry their children.
Οι γονείς προσποιούνται ότι είναι ενωμένοι, για να μην ανησυχούν τα παιδιά τους.

τηλεπαιχνίδι

noun (TV or radio programme testing knowledge)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
This quiz show tests contestants' general knowledge.

ραδιοφωνική εκπομπή

noun (programme broadcast on radio)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ριάλιτι

noun (TV show featuring ordinary people)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
Contestants on this reality show are followed by cameras day and night.

περιοδεύουσα θεατρική ή μουσική παράσταση

noun (touring performance or display)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The road show will be touring the entire country at 15 venues.

περιοδεύω θεατρική ή μουσική παράσταση

transitive verb (US (put on as touring performance)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The producer decided to road-show the play.

είδος προφορικής άσκησης στο σχολείο

noun (school: class speaking exercise)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
Johnny, what did you bring for show-and-tell?

ξεναγώ

(guide round a new place)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Sally was asked to show her new classmate around.

ξεναγώ κπ σε κτ

(guide round a new place)

The real estate broker showed the couple around the apartment.

σόου μπίζνες, σόου-μπιζ, σόουμπιζ

noun (entertainment industry)

(ουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
She's been in show business since before we were born.

ομάδα καλλιτεχνών που τραγουδούν και χορεύουν

noun (US (dancing choral group)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

δείχνω σεβασμό σε/προς

verbal expression (exhibit respect for)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I try always to show consideration for old people.

δείχνω καλοσύνη/ευαισθησία προς, νοιάζομαι για

transitive verb (be kind towards)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Were you not taught to show consideration to your elders?

περιφρονώ

verbal expression (treat [sth], [sb] without respect)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

επιδεικνύω, δείχνω τον τρόπο

transitive verb (demonstrate the way that)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Can you show me how this machine works?

ψήφος δια ανατάσεως, ψήφος δια ανατάσεως της χειρός

noun (vote)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The delegates elected a new chairman with a show of hands. By show of hands, how many of you want economic change?

εκδηλώνω θαυμασμό/εκτίμηση για

(show high regard)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
It is important that hotel staff show respect when dealing with guests.

δείχνω σεβασμό σε/προς

verbal expression (show high regard)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We train all our employees to show respect for the customers.
Εκπαιδεύουμε όλους τους υπαλλήλους μας να δείχνουν σεβασμό στους πελάτες.

δείχνω σεβασμό σε/προς

(be deferential)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You have to show respect when you meet members of the royal family.

δείχνω σεβασμό σε/προς

verbal expression (be deferential)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You need to show more respect to your father.
Πρέπει να δείχνεις περισσότερο σεβασμό στον πατέρα σου.

υποδηλώνω πιθανότητα/προοπτική

transitive verb (indicate possibility of)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The latest economic indicators show signs of an economic recovery.

εμφανίζω σημάδια/συμπτώματα

transitive verb (display symptoms of)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The car is starting to show signs of wear.

εξαιρετική παράσταση

noun (outstanding stage performance)

εμπόδιο

noun (figurative (business: [sth] that halts a project)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

κατατοπίζω

verbal expression (teach a newcomer how to do things)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

δείχνω το δρόμο

verbal expression (guide) (σε κάποιον)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
I'd never been there before so Anthony showed the way.

δείχνω το δρόμο

verbal expression (guide) (σε κάποιον)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The bell boy showed Lucy the way to her room.

δείχνω σε κπ το δρόμο για κτ

verbal expression (guide)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Could you show me the way to the post office?

δίκη παρωδία

noun (trial with predetermined outcome)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
Many show trials were conducted during Stalin's reign of terror. Show trials are meant to set an example.

δείχνω τον πραγματικό μου εαυτό

verbal expression (figurative (reveal real nature)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

σταματώ να κρύβομαι

transitive verb and reflexive pronoun (not hide)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Come out of there and show yourself!
Βγες από εκεί και σταμάτα να κρύβεσαι!

αποδεικνύομαι

verbal expression (demonstrate that you are)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He showed himself to be an astute politician.
Αποδείχθηκε διορατικός πολιτικός.

φιγουρατζής, καυχησιάρης

noun (informal ([sb] who is boastful) (καθομιλουμένη)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
I don't like her – she's such a show-off.

σόου μπιζ, σόου μπίζνες

noun (informal (show business: entertainment) (καθομιλουμένη)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

σόου γκερλ

noun (female cabaret dancer)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)

ιππικοί αγώνες με εμπόδια

noun (horseriding event)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
Joseph is good at riding horses and competes in showjumping.

σοουγούμαν, showwoman

noun (female performer)

(ουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

προβολή εικόνων

noun (figurative (computing: image display)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Click here for a slide show of this property.

προβολή διαφανειών

noun (display: transparencies)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κλέβω την παράσταση

verbal expression (figurative (be the most impressive)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
At the 2010 Oscars, "The Hurt Locker" stole the show.

δείχνω ενδιαφέρον

verbal expression (show curiosity or concern)

When it comes to football I find it really hard to take an interest.

δείχνω ενδιαφέρον για κπ/κτ

verbal expression (show curiosity or concern)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
My mother never took any interest in my hobbies.

διαγωνισμός ταλέντου

noun (contest between amateur performers)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Talent shows are very popular on TV at the moment. I placed third in the talent show.
Οι διαγωνισμοί ταλέντου είναι πολύ δημοφιλείς στην τηλεόραση αυτή τη στιγμή. Βγήκα τρίτος στον διαγωνισμό ταλέντου.

τοκ σόου

noun (TV or radio discussion programme)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)
The talk show host invited viewers to phone in with their opinions on the topic being discussed.
Ο παρουσιαστής του τοκ σόου κάλεσε τους θεατές να τηλεφωνήσουν για να πουν τη γνώμη τους για το θέμα που συζητούσαν.

τοκ σόου

noun (TV interview programme)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

τηλεοπτική εκπομπή

noun (programme broadcast on TV)

Television shows from the 70s seem pretty stupid to me now.
Οι τηλεοπτικές εκπομπές από τη δεκαετία του 1970 μου φαίνονται αρκετά χαζές τώρα.

τηλεοπτικό πρόγραμμα

noun (informal, abbreviation (television programme)

I enjoy watching TV shows about nature. My favorite TV show of all time is "Scrubs".
Η αγαπημένη μου σειρά όλων των εποχών είναι το «Scrubs».

θέατρο με ποικιλία θεαμάτων

noun (vaudeville performance)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The variety show featured comedians, magicians, and singers.

θέατρο με ποικιλία θεαμάτων

noun (variety performance)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του show στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του show

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.