Τι σημαίνει το tip στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης tip στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του tip στο Αγγλικά.

Η λέξη tip στο Αγγλικά σημαίνει φιλοδώρημα, συμβουλή, μύτη, αφήνω φιλοδώρημα, μύτη, άκρη, άκρη, γέρνω, κορυφή, κορφή, χωματερή, αναποδογυρίζω, δίνω φιλοδώρημα, αφήνω φιλοδώρημα, πετάω, ρίχνω, πληροφορώ, ανατρέπω, αναποδογυρίζω, ρίχνω, ανατρέπομαι, ανατρέπω, αναποδογυρίζω, ρίχνω, μαρκαδόρος, μαρκαδόρος, μαρκαδοράκι, χωματερή, χρήσιμη πληροφορία, σημαντική πληροφορία, αφήνω φιλοδώρημα, το έχω στην άκρη της γλώσσας μου, συν φιλοδώρημα, μπατονέτα, ριζικό άκρο, συμβουλή για τις πωλήσεις, ψητό κόντρα φιλέτο, τζάμπολ, είναι η κορυφή του παγόβουνου, πληροφορώ κπ για κτ, προειδοποίηση, τζάμπολ, αδειάζω, επηρεάζω κτ αποφασιστικά, χαιρετώ κπ βγάζοντας το καπέλο, αναδιπλούμενος, διπλωτός, κορυφή, κορυφαίος, ουρά κιλότου, ακροπτερύγιο. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης tip

φιλοδώρημα

noun (extra money for service)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He left a 15% tip.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Πάρε και €5 πουρμπουάρ.

συμβουλή

noun (helpful information)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Bob gave us some tips about travelling in Italy.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δίνω χημεία αύριο. Έχεις καμιά υπόδειξη;

μύτη

noun (pointed end)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The tip of the pencil was sharp.
Η μύτη του μολυβιού ήταν αιχμηρή.

αφήνω φιλοδώρημα

transitive verb (leave extra money)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
It is customary to tip 15% in American restaurants.
Συνηθίζεται να αφήνουν 15% πουρμπουάρ στα αμερικάνικα εστιατόρια.

μύτη, άκρη

noun (covering for an end) (μεταφορικά: κάλυμμα)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Her high-heeled shoes had rubber tips.
Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της είχαν μύτη από καουτσούκ.

άκρη

noun (end)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
She is at the far tip of the pier.
Είναι στην άκρη της προκυμαίας.

γέρνω

transitive verb (incline)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
He tipped the pitcher to fill his glass.
Έγειρε την κανάτα για να γεμίσει το ποτήρι του.

κορυφή, κορφή

noun (apex)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He stood on the tip of the hill.

χωματερή

noun (UK (garbage dump)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
He took all the garden waste to the tip.

αναποδογυρίζω

intransitive verb (be overturned)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The wheelbarrow is going to tip over.
Το καροτσάκι θα αναποδογυρίσει.

δίνω φιλοδώρημα, αφήνω φιλοδώρημα

intransitive verb (give extra money)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Charlotte always tips well when she eats out.

πετάω, ρίχνω

transitive verb (UK (dump)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She tipped the contents of her bag on the floor and looked for her keys.

πληροφορώ

phrasal verb, transitive, separable (informal (inform, warn) (μυστική και εμπιστευτική πληροφορία)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The police arrived at the party after somebody tipped them off.

ανατρέπω, αναποδογυρίζω, ρίχνω

phrasal verb, transitive, separable (overturn, cause to topple)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
If you stack too many books on top of that tiny desk, it'll tip over! .

ανατρέπομαι

phrasal verb, intransitive (overturn)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
If you stack too many books on top of that tiny desk, it'll tip over!
Αν στοιβάξεις πάρα πολλά βιβλία σε αυτό το μικροσκοπικό γραφείο, τότε αυτό θα ανατραπεί.

ανατρέπω, αναποδογυρίζω, ρίχνω

phrasal verb, transitive, separable (overturn, cause to topple)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

μαρκαδόρος

noun (fiber-tipped marker pen)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
You can write on anything with a felt pen -- paper, wood, even metal.
Με μαρκαδόρο μπορείς να γράψεις πάνω σε οτιδήποτε: χαρτί, ξύλο, ακόμα και μέταλλο.

μαρκαδόρος

noun (informal (fiber-tipped marker pen)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Mark the position on the wall using a felt tip. My daughter loves colouring with felt tips.

μαρκαδοράκι

noun (fiber-tipped marker)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

χωματερή

noun (place where refuse is disposed of)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Some towns don't provide garbage collection; residents must take their trash to the town garbage dump. We took all our old furniture to the rubbish dump.

χρήσιμη πληροφορία, σημαντική πληροφορία

noun (informal (suggestion: [sth] profitable)

The website provides hot tips for horse racing.

αφήνω φιλοδώρημα

verbal expression (give gratuity for service)

το έχω στην άκρη της γλώσσας μου

expression (figurative (answer, etc.: hard to recall) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

συν φιλοδώρημα

adverb (not including gratuities)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
Each person paid $18.95 for dinner, plus tip.

μπατονέτα

noun (US, ® (cotton bud)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ριζικό άκρο

noun (botany: end of plant root) (άκρο ρίζας φυτού)

συμβουλή για τις πωλήσεις

noun (piece of advice on how to sell)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ψητό κόντρα φιλέτο

noun (meat dish: roasted loin steak) (μαγειρική)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

τζάμπολ

noun (basketball: start with jump ball) (μπάσκετ)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

είναι η κορυφή του παγόβουνου

verbal expression (figurative (be only small part of larger problem)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

πληροφορώ κπ για κτ

verbal expression (informal (inform, warn)

προειδοποίηση

noun (informal (hint, warning)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The building was evacuated after police received a tip-off that a bomb had been planted there.

τζάμπολ

noun (in basketball) (καλαθοσφαίριση)

(ουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.)

αδειάζω

(empty by upturning)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

επηρεάζω κτ αποφασιστικά

verbal expression (figurative (cause [sth] to be more likely)

χαιρετώ κπ βγάζοντας το καπέλο

verbal expression (lift your hat to acknowledge [sb])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The gentleman tipped his hat to the lady.

αναδιπλούμενος, διπλωτός

adjective (UK (designed to tilt)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

κορυφή

noun (informal (highest point)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

κορυφαίος

adjective (informal (superb, excellent)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ουρά κιλότου

noun (cut of meat: sirloin)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

ακροπτερύγιο

noun (extremity of plane wing)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του tip στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του tip

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.