Τι σημαίνει το end στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης end στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του end στο Αγγλικά.

Η λέξη end στο Αγγλικά σημαίνει τέλος, τέλος, τέλος, τέλος, σκοπός, άκρη, τελειώνω, τελειώνω, σκοπός, τελικός, τέλος, θέμα, τέλος, άσος, υπόλειμμα, offensive lineman, Τέλος, καταλήγω, καταλήγω, βάζω τέλος, αποτελειώνω, σκοτώνω, ενδο-, ενδο-, καταλήγω, καταλήγω, καταλήγω με κτ, άκρη, το χειρότερο, χωρίς τίποτα να κάνω, που έχει φτάσει στο τέλος του, που έχει τελειώσει, στο τέλος, στο τέλος του/της, στο τέλος, στο τέλος της ημέρας, στο κάτω κάτω της γραφής, στην τελική, στου διαόλου την μάνα, στου διαόλου το κέρατο, στην αντίπερα όχθη, είμαι σε απόγνωση, που δεν ξέρει τι άλλο να κάνει, πίσω μέρος, τελικός, ο αυτοσκοπός, ο καλύτερος, το σημαντικότερο στοιχείο, το βασικότερο, αρχή και τέλος, η αρχή του τέλους, παπάς, χαϊβάνι, κουτορνίθι, ύστατο τέλος, βιβλιοστάτης, κάτω άκρο, κάτω μέρος, τελειώνω, σταματώ, ολοκληρώνω, βασικό λειτουργικό άκρο, βασικό άκρο λειτουργίας, πλατύ άκρο, πριν το τέλος, έχω άδοξο τέλος, φτάνω στο τέλος,καταλήγω, διευθετούμαι,ολοκληρώνομαι, αδιέξοδο, χωρίς μέλλον, χωρίς προοπτική, αδιέξοδο, κλείνω, ολοκληρώνομαι, τελειώνω, λήγω, καταληκτική ημερομηνία, καταλήγω σε, γραμμή γηπέδου, τέλος κύκλου ζωής, τελευταίου σταδίου, τελικού σταδίου, στο τέλος του κύκλου ζωής του, ημέρα πληρωμής, λήγω, λήγω, τελική πλάκα, τελική πλάκα, άκρο, άκρο, τελείωμα, τελικό προϊόν, τελικό αποτέλεσμα, τελικό αποτέλεσμα, ομοιοκαταληξία στο τέλος της γραμμής, τακτική στο ποδόσφαιρο, στην οποία ο παίκτης με την μπάλα τρέχει έξω από την επιθετική γραμμή, προσπάθεια να παρακάμψω κτ, τελευταία φάση, τελική φάση, τελευταίο στάδιο, τελικό στάδιο, τραπεζάκι, η Δευτέρα Παρουσία, από άκρη σε άκρη, από την αρχή ως το τέλος, συνεχόμενος, διαδοχικός, αλλεπάλληλος, καταλήγω να κάνω κτ, καταλήγω στα παλιοσίδερα, τελική χρήση, τελικός χρήστης, απώτερος στόχος, απώτερος σκοπός, προϊόν στο τέλος του κύκλου ζωής του, φινάλε, τελικό στάδιο, πρώτο φύλλο, αποτσίγαρο, το τέλος, ξεφτισμένο άκρο, άκρη, τέλος οικονομικού έτους, με τις ώρες, για ώρες, για πολλά χρόνια, απ'την αρχή ως το τέλος, από το ένα άκρο στο άλλο, εμπρόσθιο άκρο, μπροστινός, προκαταβολικός, μετωπιαίος, τα χάνω, είμαι ατελείωτος, δεν έχω τέλος, είμαι αδιάκοπος, είμαι ασταμάτητος, ακριβός, ακριβός, στην τελική, τελικά, θα έχει άσχημη κατάληξη, προορισμός, φως στο τούνελ, φως στην άκρη του τούνελ, ελεύθερο άκρο, εκκρεμότητα, εκκρεμότητα. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης end

τέλος

noun (conclusion) (έκβαση)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The story gripped me from the opening line right to the end.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο διαιτητής σφύριξε τον τερματισμό του αγώνα.

τέλος

noun (furthest part) (το πιο μακρινό μέρος)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
They live at the end of the street.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μένουν στην άλλη άκρη του δρόμου.

τέλος

noun (limit: time) (όριο: χρόνος)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
We're moving at the end of the month.
Μετακομίζουμε στο τέλος του μήνα.

τέλος

noun (figurative (limit, bounds) (όριο)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Is there no end to our problems?
Θα έχουν, ποτέ, τελειωμό τα προβλήματά μας;

σκοπός

noun (outcome)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Does the end justify the means?
Τελικά, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα;

άκρη

noun (tip, extremity)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
You should place the end of the board against the wall.
Τοποθέτησε την άκρη της σανίδας στον τοίχο.

τελειώνω

transitive verb (bring to a conclusion) (φέρνω σε τέλος)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She ended their relationship after just two months.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μετά από την παρέμβαση τρίτης δύναμης, οι αντίπαλοι συμφώνησαν να λήξουν τις εχθροπραξίες.

τελειώνω

intransitive verb (finish) (φτάνω στο τέλος)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The concert ended with a Mozart violin concerto.
Η συναυλία έκλεισε με ένα κονσέρτο για βιολιά του Μότσαρτ.

σκοπός

noun (formal (goal, objective) (επίτευξη στόχου)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
To what end are we doing all this?
Με ποιο σκοπό τα κάνουμε όλα αυτά;

τελικός

adjective (final)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
By the time the film came to the end credits, most of the audience was crying.

τέλος

noun (literary (death) (ευφημισμός: θάνατος)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He met an untimely end.
Είχε πρόωρο τέλος.

θέμα

noun (portion, aspect)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
It was the marketing end of the enterprise that caused the failure.
Ήταν το θέμα μάρκετινγκ που προκάλεσε την αποτυχία της επιχείρησης.

τέλος

noun (destruction)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
It's the end of the world as we know it.
Είναι το τέλος του κόσμου που γνωρίσαμε ως τώρα.

άσος

noun (slang, dated (the best) (αργκό, μτφ, παλαιό)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
I love John Coltrane. He's the end!
Αγαπώ τον Τζον Κολτρέιν. Είναι τέλειος!

υπόλειμμα

noun (UK (remnant, butt)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Please put your cigar ends in the ashtray.
Παρακαλώ βάλε τη γόπα του πούρου σου στο τασάκι.

offensive lineman

noun (American football: lineman)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He was the best offensive end in the team's history.
Ήταν ο καλύτερος offensive lineman στην ιστορία της ομάδας.

Τέλος

noun (written (book, film: indicating the finish)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
"The End" appeared on the screen in giant letters.

καταλήγω

intransitive verb (result) (σε κάποιο αποτέλεσμα)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
Where will it all end?
Πού θα πάει αυτή η κατάσταση;

καταλήγω

intransitive verb (arrive, find yourself)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
We were trying to get to Brighton, but we ended up in Hastings.
Προσπαθούσαμε να φτάσουμε στο Μπράιτον, αλλά καταλήξαμε στο Χέιστινγκς.

βάζω τέλος

transitive verb (destroy, thwart)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The rain ended our plans to play tennis.
Η βροχή έθεσε τέρμα στα σχέδιά μας να παίξουμε τένις.

αποτελειώνω, σκοτώνω

transitive verb (literary (kill)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
If only God would end the person who did this!

ενδο-

prefix (within; inside)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
For example: endoskeleton

ενδο-

prefix (taking in)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
For example: endocytosis

καταλήγω

phrasal verb, intransitive (informal (arrive somewhere)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
I hoped by taking the metro I would end up in central Paris.
Παίρνοντας το μετρό ήλπιζα να καταλήξω στο κάντρο του Παρισιού.

καταλήγω

phrasal verb, intransitive (informal (become)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
If we keep going this way, we'll end up totally lost.
Αν συνεχίσουμε έτσι, θα καταλήξουμε να χαθούμε εντελώς.

καταλήγω με κτ

(have eventually)

I would never have gone skydiving if I'd known I was going to end up with a broken leg.
Δεν θα έκανα ποτέ skydiving, αν ήξερα ότι θα κατέληγα με σπασμένο πόδι.

άκρη

noun (vulgar, informal (furthest part of a place)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

το χειρότερο

noun (vulgar, informal (most unpleasant part of [sth])

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

χωρίς τίποτα να κάνω

adverb (informal, figurative (having nothing to do)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

που έχει φτάσει στο τέλος του, που έχει τελειώσει

adjective (finished, over)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Economists think the recession is at an end.

στο τέλος

adverb (at [sth]'s conclusion)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
I haven't seen the film yet; don't tell me what happens at the end.

στο τέλος του/της

expression (at [sth]'s conclusion) (με γενική)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
At the end of the race, the runner fell exhausted to her knees.

στο τέλος

adverb (just before death)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
At the end, she just sighed and let go of my hand.
Στο τέλος απλώς αναστέναξε και άφησε το χέρι μου.

στο τέλος της ημέρας

expression (in the evening)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
He went home at the end of the day.
Στο τέλος της ημέρας πήγε σπίτι.

στο κάτω κάτω της γραφής, στην τελική

expression (figurative (ultimately) (μεταφορικά)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
At the end of the day, there's nothing we can do.
Στο κάτω κάτω της γραφής δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.

στου διαόλου την μάνα, στου διαόλου το κέρατο

expression (in a distant place) (καθομιλουμένη)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

στην αντίπερα όχθη

adverb (as a complete contrast) (μτφ: εντελώς αντίθετα)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
I like opera but at the other end of the spectrum I'm a punk rock fan.

είμαι σε απόγνωση

adjective (upset, frustrated)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
Kathy was at her wit's end with worry when her son failed to come home from school.
Η Κάθι ήταν σε απόγνωση όταν ο γιος της δε γύρισε σπίτι από το σχολείο.

που δεν ξέρει τι άλλο να κάνει

adjective (unable to find a solution)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Having spent three hours unsuccessfully trying to fix the photocopier, Dave was at his wit's end.
Μετά από τρεις ώρες που προσπαθούσε να φτιάξει το φωτοτυπικό ο Ντέιβ δεν ήξερε πια τι άλλο να κάνει.

πίσω μέρος

noun (rear part)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
He cruelly likened her appearance to the back end of a bus!

τελικός

noun as adjective (phase: final)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

ο αυτοσκοπός

expression (most important part or goal)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Helping kids to make the best of themselves should be the be-all and end-all of education.

ο καλύτερος

expression (the very best)

(φράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.)
When it comes to books about Appalachian history, that professor's work is the be-all and end-all.

το σημαντικότερο στοιχείο, το βασικότερο

noun (most important element)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
That film is the be-all end-all of the science fiction genre.

αρχή και τέλος

noun (totality of [sth])

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
That's the beginning and end of the matter, I won't discuss it further.

η αρχή του τέλους

noun (point [sth] is doomed)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
The sex scandal marked the beginning of the end for his career.

παπάς

noun (UK, vulgar, slang (head of the penis) (χυδαίο: κεφαλή πέους)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)

χαϊβάνι, κουτορνίθι

noun (UK, vulgar, figurative, slang (idiot, stupid person) (αργκό: βλάκας)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

ύστατο τέλος

noun (unpleasant conclusion)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)
This battle marked the bitter end of a war that had raged for ten years.

βιβλιοστάτης

noun (support that keeps books in place)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
Bob gave me a matching pair of wooden book ends as a present.

κάτω άκρο, κάτω μέρος

noun (engine: larger end of rod)

τελειώνω, σταματώ, ολοκληρώνω

transitive verb (conclude, finish)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The conference was brought to an end in the late afternoon.

βασικό λειτουργικό άκρο, βασικό άκρο λειτουργίας

(tools) (εργαλείου)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

πλατύ άκρο

noun (thicker end, remainder)

πριν το τέλος

adverb (before the final moment)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
By the end of the first chapter, I could guess the solution to the mystery. I'm usually exhausted by the end of the day.
Πριν το τέλος του πρώτου κεφαλαίου, μπορούσα να μαντέψω τη λύση του μυστηρίου. Είμαι συνήθως εξαντλημένος πριν το τέλος της μέρας.

έχω άδοξο τέλος

verbal expression (end unpleasantly)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Their marriage came to a bitter end after he had a series of affairs.

φτάνω στο τέλος,καταλήγω

verbal expression (conclude)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
All good things must come to an end.

διευθετούμαι,ολοκληρώνομαι

verbal expression (be resolved)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
With some therapy your internal conflict could finally come to an end.

αδιέξοδο

noun (road: cul-de-sac)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The street led to a dead end so we had to turn around.
Ο δρόμος οδηγούσε σε αδιέξοδο, επομένως έπρεπε να γυρίσουμε.

χωρίς μέλλον, χωρίς προοπτική

noun as adjective (figurative (job, etc.: with no future)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
Rick hated his dead-end job.
Ο Ρικ μισούσε τη δουλειά του, η οποία δεν είχε καμία προοπτική.

αδιέξοδο

noun (US (cul-de-sac, road with no exit)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
Don't turn there, it's a dead-end street.

κλείνω, ολοκληρώνομαι, τελειώνω, λήγω

verbal expression (finish)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
As the evening drew to a close, the orchestra played a final waltz.
Καθώς τελείωνε η βραδιά, η ορχήστρα έπαιξε ένα τελευταίο βαλς.

καταληκτική ημερομηνία

noun (day when [sth] finishes or closes)

καταλήγω σε

verbal expression (result in)

γραμμή γηπέδου

noun (American football: field marking)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The end line is located at the back of each end zone.

τέλος κύκλου ζωής

noun (product, vehicle: discontinuation)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

τελευταίου σταδίου, τελικού σταδίου

adjective (final days of terminal disease) (ασθένεια)

A hospice is often the best place for end-of-life care.

στο τέλος του κύκλου ζωής του

adjective (product, vehicle: discontinued)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

ημέρα πληρωμής

noun (informal, figurative (payday)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

λήγω

(informal (conclude, finish in a certain way)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

λήγω

(informal (bring to a conclusion)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)

τελική πλάκα

noun (mining: shorter member of set)

τελική πλάκα

noun (cell biology)

άκρο

noun (extremity)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The end points are several hundred metres apart.

άκρο, τελείωμα

noun (where [sth] ends)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The proposed diversion alters the end point of the footpath.

τελικό προϊόν

noun (result of a process) (αποτέλεσμα διεργασίας)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The end product of the process is a 100% organic fertilizer.

τελικό αποτέλεσμα

noun (product created by a process)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The end result of the process is a new recyclable plastic.

τελικό αποτέλεσμα

noun (consequence) (συνέπεια)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The end result of a failure to follow safety procedures could be injury or death.

ομοιοκαταληξία στο τέλος της γραμμής

noun (poetry: rhyme at end of a line)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

τακτική στο ποδόσφαιρο, στην οποία ο παίκτης με την μπάλα τρέχει έξω από την επιθετική γραμμή

noun (American football manoeuvre)

(β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.)
The player tried to make an end run, but was tackled.

προσπάθεια να παρακάμψω κτ

noun (US, figurative (trick to bypass [sth]) (μεταφορικά)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The politician's actions were clearly an end run.

τελευταία φάση, τελική φάση

noun (final phase)

τελευταίο στάδιο, τελικό στάδιο

noun (final stage of terminal disease) (ανίατης ασθένειας)

When my friend was in the end stage of her cancer, they moved her to a hospice.

τραπεζάκι

noun (small table at end of sofa)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

η Δευτέρα Παρουσία

plural noun (religion: End of Days)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

από άκρη σε άκρη

adverb (in a row)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
If all placed end to end, the rows of seats would stretch for 54 kilometres.

από την αρχή ως το τέλος

adjective (from start to finish)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The match delivered end-to-end thrills, with six near-goals.

συνεχόμενος, διαδοχικός, αλλεπάλληλος

adjective (continuous)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
The movie is packed with end-to-end fight scenes.

καταλήγω να κάνω κτ

verbal expression (eventually have to do)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Julia turned Larry down, so he ended up going to the prom by himself.

καταλήγω στα παλιοσίδερα

verbal expression (informal, figurative (be discarded)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

τελική χρήση

noun ([sth]'s purpose)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

τελικός χρήστης

noun (consumer)

The end user's point of view is too often not taken on board by product designers.
Πολλές φορές οι σχεδιαστές προϊόντων δεν λαμβάνουν υπόψη την οπτική του τελικού χρήστη.

απώτερος στόχος, απώτερος σκοπός

noun (ultimate goal)

προϊόν στο τέλος του κύκλου ζωής του

noun (manufacturing: discontinued item)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

φινάλε

noun (final part of a chess game) (σκάκι)

Because his rook was trapped, Brian found himself in the endgame of the chess match.

τελικό στάδιο

noun (figurative (final stage of a process) (διαδικασία)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The endgame will consist of comparing this year's sales numbers to last year's.

πρώτο φύλλο

noun (paper at front or back of a book) (ανάλογα τη θέση)

αποτσίγαρο

noun (last part of a cigarette)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)

το τέλος

noun (UK, figurative (last part of [sth])

The novel is set in London at the fag end of the 19th century.

ξεφτισμένο άκρο

noun (historical (unfinished end of cloth)

άκρη

noun (furthest part, limit)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The station is situated at the far end of the village.

τέλος οικονομικού έτους

noun (close of accounting period)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

με τις ώρες, για ώρες

adverb (for long stretches of time) (μεγάλο χρονικό διάστημα)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
He sits there and plays computer games for hours on end.

για πολλά χρόνια

adverb (for many years)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
She searched for her lost child for years on end, but never found him.

απ'την αρχή ως το τέλος

adverb (all the way through)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
I read the whole 400-page report from beginning to end.

από το ένα άκρο στο άλλο

adverb (in length)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
From end to end, an American football field is 100 yards long.

εμπρόσθιο άκρο

noun (foremost part)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The front end of the car was badly damaged.

μπροστινός

adjective (relating to foremost part)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

προκαταβολικός

adjective (money: paid at beginning) (χρηματικό ποσό)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

μετωπιαίος

adjective (computer: user's access) (πληροφορική, διασύνδεση με χρήστη)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)

τα χάνω

verbal expression (figurative (do [sth] extreme) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)

είμαι ατελείωτος, δεν έχω τέλος

verbal expression (be infinite)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

είμαι αδιάκοπος, είμαι ασταμάτητος

verbal expression (figurative (be interminable)

(ρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.)
His love for her had no end.
Η αγάπη του για αυτήν ήταν αδιάκοπη.

ακριβός

noun (expensive range) (έμφαση στην τιμή)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
It's a nice handbag, but it's on the high end.
Είναι ωραία τσάντα, αλλά ακριβή.

ακριβός

noun as adjective (upmarket or exclusive)

(επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό)
I work at a high-end clothing store; nothing we sell is under $100.

στην τελική

adverb (ultimately)

(φράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.)
In the end, it doesn't really matter whether we go to Milan or Barcelona for our holiday; either would be great.
Στην τελική, δεν έχει και πολύ σημασία αν θα πάμε στο Μιλάνο ή στη Βαρκελώνη για διακοπές. Και τα δύο θα ήταν τέλεια.

τελικά

adverb (finally, eventually)

(επίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.)
He finished his work in the end.
Τελικά την τέλειωσε τη δουλειά του.

θα έχει άσχημη κατάληξη

expression (informal (this will lead to [sth] bad)

προορισμός

noun (destination)

(ουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.)
After months on the road, they were sad to have finally reached journey's end.

φως στο τούνελ, φως στην άκρη του τούνελ

noun (figurative (prospect of relief or success) (μεταφορικά)

(φράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.)

ελεύθερο άκρο

noun (unfastened end of [sth])

εκκρεμότητα

noun (figurative, usually plural (unfinished business)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Your essay just isn't good enough: it's full of loose ends for a start.

εκκρεμότητα

noun (figurative, usually plural (unfinished detail)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The company directors had one more loose end to tie up before they could announce the merger.
Οι διευθυντές της εταιρείας έπρεπε να διευθετήσουν ακόμα μία εκκρεμότητα, προτού ανακοινώσουν τη συγχώνευση.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του end στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του end

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.