Τι σημαίνει το value στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης value στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του value στο Αγγλικά.

Η λέξη value στο Αγγλικά σημαίνει αξία, τιμή, αξία, αξία, τιμή, αξίες, εκτιμάω, εκτιμώ, εκτιμάω, εκτιμώ, αξία, αξία, απόλυτο μέγεθος, κόστος αγοράς, ανεβάζω την αξία, τοις μετρητοίς, λογιστική αξία, θερμιδική αξία, λογιστική αξία, αξία ασφαλιστηρίου συμβολαίου πριν από τη λήξη του, αξία εξαγοράς, προεπιλεγμένη τιμή, προκαθορισμένη τιμή, διατροφική αξία, υπολειματική αξία, εκτιμώ την αξία, ισοτιμία, ονομαστική αξία, πραγματική εμπορική αξία, αντικειμενική αξία, μείωση αξίας, πτώση, που αξίζει τα λεφτά του, καλή αγορά, αγοραία αξία, διαπραγματευτική αξία, εμπορική αξία, μέση τιμή, καθαρή αξία, ονομαστική αξία μετοχής, ονομαστική αξία, μετοχή ονομαστικής αξίας, υπολογίζω την αξία, βάζω τιμή σε κτ, τρέχουσα αξία, αξία ακινήτου, συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη, αξία μεταπώλησης, αξία λιανικής, υπολειμματική αξία, συναισθηματική αξία, υπεραξία, προστιθέμενη αξία, αλυσίδα αξίας, που αξίζει τα λεφτά του, υποκειμενική κρίση, σύστημα αρχών, σύστημα αξιών, φόρος προστιθέμενης αξίας, ΦΠΑ. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης value

αξία

noun (relative worth)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
We're assessing the value of this item. Many countries could get better value for money from their spending on childcare support.
Αξιολογούμε την αξία αυτού του αντικειμένου.

τιμή

noun (price)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
We've priced the table at a value of a hundred and fifty pounds.
Καθορίσαμε την τιμή του τραπεζιού στις εκατόν πενήντα λίρες.

αξία

noun (commerce: monetary worth) (χρηματική)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Many things of value were destroyed in the fire.

αξία

noun (worth in exchange for [sth]) (χρηματική)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
I'll trade it for an object of equal value.
Το ανταλλάσσω για κάτι ίσης αξίας.

τιμή

noun (denomination)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Unfortunately, this database contains null values for the Employee ID.

αξίες

plural noun (beliefs, principles)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι γιορτές (χρονική περίοδος), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)
It's important to find a partner who has values similar to yours.

εκτιμάω, εκτιμώ

transitive verb (consider the importance of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Our company values its people.
Η εταιρία μας λογαριάζει (or: υπολογίζει) τους ανθρώπους της.

εκτιμάω, εκτιμώ

transitive verb (appraise, give a price)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
The appraiser is going to value the house.
Ο ειδικός θα εκτιμήσει το σπίτι.

αξία

noun (meaning)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
We all look for concepts with value.

αξία

noun (valuation)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The appraiser gave it a value of four thousand euros.
Η εκτίμηση του εκτιμητή για την αξία του είναι τέσσερις χιλιάδες ευρώ.

απόλυτο μέγεθος

noun (numerical value of a number)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The absolute value of -4 is 4.

κόστος αγοράς

noun (market worth to buyer)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The insurance money is not enough to cover the acquisition value of a new camera.

ανεβάζω την αξία

(enhance, make more expensive)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Nice landscaping will add value to your home.

τοις μετρητοίς

adverb (figurative (for its apparent worth) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You can't take what she says at face value: she always has an agenda.

λογιστική αξία

noun (business: net worth)

Buying that car at far less than book value was a great bargain.

θερμιδική αξία

noun (number of calories)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Chocolate can be unhealthy as it has a high calorific value.

λογιστική αξία

noun (business: net worth)

αξία ασφαλιστηρίου συμβολαίου πριν από τη λήξη του

noun (insurance payout)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

αξία εξαγοράς

noun (value of life insurance) (για ασφαλιστικό συμβόλαιο)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

προεπιλεγμένη τιμή, προκαθορισμένη τιμή

noun (automatic setting or number)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
The default value for many combination locks is 9999.

διατροφική αξία

noun (nutritional benefit)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
While cookies are delicious, they contain little dietary value.

υπολειματική αξία

noun ([sth]'s resale or residual worth)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

εκτιμώ την αξία

transitive verb (guess monetary worth of)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)

ισοτιμία

noun (currency: comparative worth)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ονομαστική αξία

noun (monetary worth as printed)

Banks will only cash notes for their face value.
Οι τράπεζες θα εξαργυρώνουν χαρτονομίσματα μόνο με την ονομαστική τους αξία.

πραγματική εμπορική αξία

noun (business: price)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
If you're selling your home, you will probably want to receive the fair market value for it.

αντικειμενική αξία

noun (free market worth)

μείωση αξίας, πτώση

noun (decrease in worth)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The pound has suffered another fall in value against the dollar.

που αξίζει τα λεφτά του

noun (well worth the price)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)

καλή αγορά

noun (well worth the money)

At £4 each, the tickets are great value as they allow unlimited bus travel throughout the day.
Στις 4 λίρες το ένα, τα εισιτήρια είναι καλή αγορά γιατί σου προσφέρουν απεριόριστες διαδρομές με το λεωφορείο για μια μέρα.

αγοραία αξία, διαπραγματευτική αξία, εμπορική αξία

noun (commercial worth)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The market value's $100, but as you're family I'll sell it to you for $50.

μέση τιμή

noun (mathematics: average)

καθαρή αξία

noun (value after tax)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

ονομαστική αξία μετοχής

noun (amount a share is worth initially)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)

ονομαστική αξία

(economics)

μετοχή ονομαστικής αξίας

noun (finance: stated value of shares)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

υπολογίζω την αξία

verbal expression (estimate monetary worth of) (με γενική)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
We asked an estate agent to place a value on our house.

βάζω τιμή σε κτ

verbal expression (estimate the worth of) (μεταφορικά)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
You cannot place a value on good health.

τρέχουσα αξία

noun (current monetary worth)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
The present value of many homes has dropped considerably during the housing bust.

αξία ακινήτου

noun (financial worth of real estate)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The financial crisis caused property values to drop dramatically.

συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη

noun (nutrient: healthy amount per day)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)
The recommended daily value of dietary fiber is 25 to 35 grams.

αξία μεταπώλησης

noun (amount [sth] is worth if sold secondhand)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

αξία λιανικής

noun (amount [sth] is worth in shops)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

υπολειμματική αξία

noun (what [sth] is worth for recycling or reuse)

συναισθηματική αξία

noun (personal, emotional significance)

(έκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.)
No, my jacket's not worth much, but it holds a lot of sentimental value. I kept all his letters for their sentimental value.
Όχι, το σακάκι μου δεν αξίζει πολλά αλλά έχει μεγάλη συναισθηματική αξία. Κράτησα όλα τα γράμματά του για τη συναισθηματική τους αξία.

υπεραξία

noun (Marxian economics)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

προστιθέμενη αξία

noun ([sth] that increases price)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

αλυσίδα αξίας

noun (business: series of activities that add value to final product)

(φράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.)

που αξίζει τα λεφτά του

noun (good quality at cheap price)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
The holiday was great value for money. The store brand items are a good value for the money.
Οι διακοπές άξιζαν τα λεφτά τους. Τα προϊόντα με την επωνυμία του καταστήματος αξίζουν τα λεφτά τους.

υποκειμενική κρίση

noun (subjective evaluation)

She's always making value judgements on things she knows nothing about.

σύστημα αρχών, σύστημα αξιών

noun (moral code, ethos)

(ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.)
A group's value system determines what is acceptable behavior for its members.

φόρος προστιθέμενης αξίας

noun (tax added at each step of production)

(φράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.)
Value added tax has just gone back up to 17.5%.

ΦΠΑ

noun (abbreviation (value-added tax)

James calculated the VAT and added it to his invoice.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του value στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του value

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.