Τι σημαίνει το applied στο Αγγλικά;

Ποια είναι η σημασία της λέξης applied στο Αγγλικά; Το άρθρο εξηγεί την πλήρη σημασία, την προφορά μαζί με δίγλωσσα παραδείγματα και οδηγίες για τον τρόπο χρήσης του applied στο Αγγλικά.

Η λέξη applied στο Αγγλικά σημαίνει εφαρμοζόμενος, εφαρμοσμένος, απλώνω, απλώνω κτ σε κπ/κτ, χρησιμοποιώ, εφαρμόζω, εφαρμόζω, ισχύω, ισχύω, κάνω αίτηση σε κτ, στέλνω αίτηση σε κτ, στέλνω βιογραφικό σε κτ, εφαρμόζω, αξιοποιώ, χρησιμοποιώ, εφαρμοσμένες τέχνες, εφαρμοσμένη γλωσσολογία, εφαρμοσμένα μαθηματικά, εφαρμοσμένη μηχανική, εφαρμοσμένη φυσική, εφαρμοσμένη ψυχολογία. Για να μάθετε περισσότερα, δείτε τις λεπτομέρειες παρακάτω.

Ακούστε την προφορά

Σημασία της λέξης applied

εφαρμοζόμενος

adjective (in use)

(μετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.)
The applied measures seemed to be effective at first, but after a while they stopped working.
Τα εφαρμοζόμενα μέτρα φαινόταν να είναι αποτελεσματικά στην αρχή, αλλά μετά από λίγο έπαψαν να λειτουργούν.

εφαρμοσμένος

adjective (not theoretical)

(μετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.)
These findings are important for both theory and applied practice.
Αυτά τα ευρήματα είναι σημαντικά και για τη θεωρία και για την εφαρμοσμένη πρακτική.

απλώνω

transitive verb (spread [sth] on)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Please apply sunscreen before going outside.
Σε παρακαλώ βάλε αντηλιακό πριν βγεις έξω.

απλώνω κτ σε κπ/κτ

transitive verb (spread [sth] on [sth/sb])

Apply the moisturizer liberally to your face and neck.
ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το μονωτικό υλικό εφαρμόζεται με ρολό.

χρησιμοποιώ

transitive verb (use, employ [sth])

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Audrey is applying the same method as last time. We need to apply a little common sense here.
Η Ώντρεϋ εφαρμόζει την ίδια μέθοδο με την προηγούμενη φορά.

εφαρμόζω

transitive verb (put [sth] to use)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
She was able to apply her skills to the new project.
Μπόρεσε να εφαρμόσει τις δεξιότητές της στο νέο πρότζεκτ.

εφαρμόζω

transitive verb (impose: a law)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
A judge's job is to apply the law, not to make new laws.
Η δουλειά των δικαστών είναι να επιβάλλουν τους νόμους κι όχι να δημιουργούν νέους.

ισχύω

intransitive verb (be relevant)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
In this new situation, the old rules do not apply.
Σε αυτήν την περίπτωση, οι παλιοί κανόνες δεν ισχύουν.

ισχύω

(be relevant to [sb], [sth]) (σε/για κάτι/κάποιον)

(ρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.)
The guidelines do not apply to this case.
Οι κατευθυντήριες οδηγίες δεν ισχύουν σε αυτήν την περίπτωση.

κάνω αίτηση σε κτ, στέλνω αίτηση σε κτ

(send a request)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
Cathy applied to three universities but none of them accepted her.
Η Κάθι έκανε αίτηση σε τρία πανεπιστήμια αλλά κανένα δεν τη δέχτηκε.

στέλνω βιογραφικό σε κτ

(submit job application)

(περίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.)
My brother applied to Microsoft and they offered him a job.

εφαρμόζω, αξιοποιώ, χρησιμοποιώ

transitive verb (put to use) (κάτι σε κάτι άλλο)

(ρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.)
Gordon applied his mechanical skills to building and flying aircraft.

εφαρμοσμένες τέχνες

noun (design used for practical purposes)

She studied Applied Art at college and then got a job as a graphic designer.

εφαρμοσμένη γλωσσολογία

noun (branch of linguistics)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

εφαρμοσμένα μαθηματικά

noun (branch of mathematics)

(ουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.)

εφαρμοσμένη μηχανική

noun (branch of study of mechanics)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

εφαρμοσμένη φυσική

noun (branch of physics)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)

εφαρμοσμένη ψυχολογία

noun (branch of psychology)

(ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.)
Applied psychology is an important tool in both business management and mental health.

Ας μάθουμε Αγγλικά

Λοιπόν τώρα που γνωρίζετε περισσότερα σχετικά με την έννοια του applied στο Αγγλικά, μπορείτε να μάθετε πώς να τα χρησιμοποιείτε μέσω επιλεγμένων παραδειγμάτων και πώς να διαβάστε τις. Και θυμηθείτε να μάθετε τις σχετικές λέξεις που προτείνουμε. Ο ιστότοπός μας ενημερώνεται συνεχώς με νέες λέξεις και νέα παραδείγματα, ώστε να μπορείτε να αναζητήσετε τη σημασία άλλων λέξεων που δεν γνωρίζετε στο Αγγλικά.

Σχετικές λέξεις του applied

Γνωρίζετε για το Αγγλικά

Τα αγγλικά προέρχονται από γερμανικές φυλές που μετανάστευσαν στην Αγγλία και έχουν εξελιχθεί σε μια περίοδο άνω των 1.400 ετών. Τα αγγλικά είναι η τρίτη πιο ομιλούμενη γλώσσα στον κόσμο, μετά τα κινέζικα και τα ισπανικά. Είναι η πιο μαθημένη δεύτερη γλώσσα και η επίσημη γλώσσα σχεδόν 60 κυρίαρχων χωρών. Αυτή η γλώσσα έχει μεγαλύτερο αριθμό ομιλητών ως δεύτερη και ξένη γλώσσα από τους μητρικούς ομιλητές. Τα αγγλικά είναι επίσης η επίσημη γλώσσα των Ηνωμένων Εθνών, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πολλών άλλων διεθνών και περιφερειακούς οργανισμούς. Σήμερα, οι αγγλόφωνοι σε όλο τον κόσμο μπορούν να επικοινωνούν με σχετική ευκολία.